ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Πρέπει να τους κερδίσω απ’ την αρχή»

prepei-na-toys-kerdiso-ap-tin-archi-561120277

«Είναι πολύ δύσκολο να βρίσκομαι μόνη μου επί 50 λεπτά στη σκηνή. Να μιλάω ακατάπαυστα. Στην αρχή δυσκολευόμουν να μάθω το κείμενο. Παράγραφο, παράγραφο το δούλευα επί μήνες».

Η Χάρις Αλεξίου μου δείχνει το κουρελιασμένο φωτοτυπημένο κείμενο της «Μεταμφίεσης» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη που έχει πάντα μαζί, στην τσάντα της. Επρόκειτο να το παρουσιάσει σε θεατρικό αναλόγιο τον περασμένο Μάρτιο, αλλά την πρόλαβε η καραντίνα. Με τον σκηνοθέτη Σταύρο Ράγια αποφάσισαν να ανεβάσουν τον μονόλογο στο «Μικρό Παλλάς». Ο συγγραφέας, μάλιστα, προθυμοποιήθηκε να της γράψει κάποια επιπλέον μέρη.

Η κ. Αλεξίου μιλά με πάθος για την ασυνήθιστη, ανώνυμη γυναίκα που υποδύεται. Ολο το καλοκαίρι την είχε μέσα της. «Κολυμπούσα και έλεγα το κείμενο απέξω, έλεγα στον εαυτό μου “θα κολυμπήσεις όση ώρα κρατάει”. Βέβαια, όταν βγεις στη σκηνή μπορεί να τα ξεχάσεις όλα. Ενα φως, μια κίνηση απέναντι και αλλάζουν οι ισορροπίες. Αναρωτιόμουν πάντα γιατί στο θέατρο έκαναν τόσους μήνες πρόβες. Τώρα το καταλαβαίνω. Πρέπει σιγά σιγά να απομακρυνθείς από το κείμενο, για να μπεις σταδιακά στον ρόλο».

Από το 2016 η δημοφιλής τραγουδίστρια έδειξε τη διάθεσή της να αφήσει τις συναυλίες και τις ζωντανές εμφανίσεις. Το «Χειρόγραφο» ήταν η πρώτη της παράσταση, ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που έγραψε και επιμελήθηκε με τον Γιώργο Νανούρη. Εκεί ο λόγος «έσπαγε» με τραγούδια. Επειτα ήταν η «Οπερέττα» του Βίτολντ Γκομπρόβιτς σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου στο Εθνικό Θέατρο. Ομως αυτή τη φορά, όπως λέει στην «Κ», «πρόκειται για την ιστορία μιας περίεργης γυναίκας που δεν έχει να κάνει καθόλου με μένα. Εκείνη ζει σε μία διαρκή μεταμφίεση».

Μιας νοσοκόμας που μιλάει μόνη της στο σπίτι, θυμάται την ιστορία του «γέρου» της, ενός ασθενούς που έπαιξε καθοριστικό ρόλο για να αλλάξει η ζωή της. Μιας πάμπτωχης γυναίκας που οι γονείς της την έντυναν ακριβά από παιδί, για να κομπάσουν. «Την έστελναν να αγοράσει τσίχλες ή ένα ματσάκι μαϊντανό, μόνο και μόνο για να μοστράρει το καινούργιο φόρεμα και έπειτα τη ρωτούσαν “σε είδε κανείς;”. Εμαθε να δείχνει μία άλλη από αυτό που ήταν, γιατί μεταμφίεζε όψη και ψυχή. Τόσο που, όταν απέκτησε χρήματα και μπορούσε να έχει ό,τι θέλει, και έχασε τη μεταμφίεση, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να την ξαναζήσει, αλλά αντίστροφα».
Η Χάρις Αλεξίου πιστεύει ότι υπάρχουν πολλοί που προσπαθούν να δείξουν αυτό που δεν έχουν στη ζωή τους. «Πλούτο, μόρφωση, ευτυχία. Μπαίνουν σε έναν ρόλο, από τον οποίο μπορεί να μην καταφέρουν να βγουν».

Η αναγνωρισιμότητα

Η ανώνυμη ηρωίδα την οποία υποδύεται, έρχεται σε αντίθεση με τη Χαρούλα Αλεξίου που ζει την επωνυμία από τα 20 της χρόνια. «Είναι δύσκολο, γιατί ακόμη και τη φωνή μου που ακούν σε ένα κατάστημα, γυρίζουν και μου λένε “από τη φωνή σάς γνώρισα”. Ο σκηνοθέτης θέλησε η φωνή μου να γίνει όσο πιο ουδέτερη γίνεται. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω ώς το τέλος. Το έργο του Χατζηγιαννίδη είναι βαθιά συναισθηματικό και με αγγίζει πολύ».

Στο τραγούδι κάθε τρία λεπτά μεσολαβεί ένα χειροκρότημα που ανταμείβει τον τραγουδιστή. Στο θέατρο η προσπάθεια είναι πολύ μεγαλύτερη σε διάρκεια και το χειροκρότημα έρχεται στο τέλος. «Ισως είναι καλύτερα, γιατί τίποτα δεν σου χαλάει τον ρυθμό».
Τα χέρια ήταν μία επιπλέον δυσκολία. «Ο σκηνοθέτης με διόρθωνε πώς τα βάζω, μου ζητούσε να μην κουνάω το κεφάλι μου. Στην αρχή δεν το καταλάβαινα. Ομως, αν δεις ένα βίντεο του εαυτού σου, εντοπίζεις το λάθος. Το θέατρο έχει μέτρο και κανόνες και ο σκηνοθέτης τα βλέπει όλα».

prepei-na-toys-kerdiso-ap-tin-archi0
Φωτογραφία από τις παραστάσεις που έδωσε με τον Σταύρο Ξαρχάκο στο Gazarte, τις τελευταίες της στο τραγούδι.

Ενας άνθρωπος που πατάει στη σκηνή δεν ξεμπλέκει εύκολα

Αραγε, μία ερμηνεύτρια που κουβαλάει πίσω της μία επιτυχημένη καριέρα 50 χρόνων μπορεί να έχει ακόμη τρακ; «Πέρασα από το στάδιο “εγώ ξέρω τι κάνω”. Τόσα χρόνια στη σκηνή, εγώ αποφάσιζα για τον εαυτό μου. Στην αρχή με ενοχλούσε η καθοδήγηση. Αυτός είναι ο εγωισμός που πρέπει να νικήσεις, πρέπει να παραδοθείς στον σκηνοθέτη και στον ρόλο. Δεν είναι εύκολο, να λιώσεις εκεί και να μην είσαι ο εαυτός σου. Μακάρι να τα καταφέρω. Θέλω να αρέσω στο κοινό».

Ναι, αλλά ποιο κοινό; «Πιστεύω ότι θα έρθει το κοινό που με άκουγε. Ως την τελευταία ημέρα μου στο τραγούδι, υπήρχε κάποιος που με έβλεπε και με άκουγε για πρώτη φορά. Θα έρθει και θεατρικό κοινό. Ομως, όλους πρέπει να τους κερδίσω από την αρχή, να τους γοητεύσω. Θα υπάρξουν και κάποιοι που θα λένε μέσα τους “τώρα, πες μας και κανένα τραγούδι”. Κάποιοι, ίσως δεν ξέρουν ότι δεν θα τραγουδήσω. Γι’ αυτό θέλω να είμαι πολύ καλή, να ξεχάσουν το άλλο που έκανα».

Πώς μπορείς να ξεχάσεις αυτή τη φωνή που συντρόφευσε από τη δεκαετία του ’70 τόσες γενιές; Παραμένει η δημοφιλέστερη Ελληνίδα τραγουδίστρια, πρώτη σε πωλήσεις στη θέση των ερμηνευτριών και ας μην το λέει. Τη ρωτάω πώς ένιωσε με το κύμα αγάπης που ξεσήκωσε η συνέντευξή της στο Δεύτερο Πρόγραμμα, όπου ανακοίνωσε ότι σταματάει το τραγούδι:
«Ποτέ δεν ξέρουμε πόσο μας αγαπάνε. Ενας καλλιτέχνης σκέφτεται ότι μπορεί να του δίνουν σημασία επειδή είναι επώνυμος. Οταν είδα τι ακολούθησε, φοβήθηκα: δηλαδή τι θα συμβεί αν δεν ξανακάνω συναυλία; Σκέφθηκα να γράψω ένα μήνυμα ευχαριστίας στο Instagram, το ένιωθα, αλλά φοβόμουν μήπως προκαλέσει κάτι άλλο. Ηταν τόσο μεγάλο και πολύ, που ήθελα να σβήσει, όλα σβήνουν. Μου έδωσαν πολλά συγχαρητήρια και άνθρωποι που ίσως δεν έρχονταν να με ακούσουν».

Δεν αρνείται ότι πέρασε από πολλά στάδια μέχρι την απόφαση αυτή. «Είναι μία απώλεια. Σιγά σιγά βλέπεις ότι κάτι λείπει. Συνηθίζεις στις μικροαπώλειες αλλά κάποια μέρα συνειδητοποιείς ότι αυτές οι μικρές απώλειες δημιούργησαν μία μεγάλη έλλειψη που πρέπει να την αντιμετωπίσεις. Κάθεσαι στον καθρέφτη και τα λες. Ενας άνθρωπος που πατάει στη σκηνή δεν ξεμπλέκει εύκολα».
Δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να ανακαλέσει; «Oχι. Ενιωσα μία μεγάλη ελευθερία, μία ανακούφιση μέσα μου». Ηθελε κότσια να παραδεχθεί «δεν μου αξίζει, δεν το καταδέχομαι». «Ετσι είναι…», λέει με συγκίνηση. Μα γιατί δεν φρόντισε νωρίτερα να κάνει μαθήματα, ό,τι κάνουν οι τραγουδιστές σαν πενηνταρίσουν; «Φαντάζεσαι ότι δεν τα έκανα; Μην το τραβήξουμε, άσ’ το. Δόθηκα πολύ στο τραγούδι».

Τη βλέπω τα τελευταία χρόνια, όταν μιλάει και σκαλίζει το παρελθόν, συχνά έχει βλέμμα υγρό. Τι είναι αυτό το δάκρυ που δεν κυλάει; «Υπάρχει ένα πλέγμα στον καθένα μέσα του. Πήρα ευθύνες στη ζωή μου από πολύ μικρό παιδί, που δεν θα έπρεπε. Ημουν η μηχανή που τραβάει το τρένο, έμαθα να ζω με αυτό και, από την άλλη, όσο προχωρούσα, συνειδητοποιούσα ότι αυτό που σέρνω δεν είναι όλο δικό μου. Θα έπρεπε να το μοιραστώ. Εζησα πολλές απώλειες στη ζωή μου. Μία ήταν ο χαμός του αδερφού μου, του Γιώργου Σαρρή. Εφυγε ένα μεγάλο κομμάτι μέσα μου. Ηταν όλη μου η οικογένεια. Ημουν η μικρότερη αδερφή, αλλά έγινα η μάνα του. Από τότε που συνέβη το δυστύχημα, ήταν η μόνη έγνοια μου και έπειτα έφυγε ξαφνικά. Μου στοίχισε όπως δεν φαντάζεσαι. Είναι διαφορετικό να χάνεις αδερφό από γονιό. Προτρέπω τον γιο μου, τον Μάνο, να βλέπει τους συγγενείς. Θέλω να είναι δεμένος με τον αδερφό του (τον δεύτερο γιο του Αχιλλέα Θεοφίλου από άλλο γάμο). Είναι μεγάλη παρηγοριά τα αδέρφια».

Στο καμαρίνι της στο Μικρό Παλλάς απλώνεται μια άβολη σιωπή, το βλέμμα θολώνει και έπειτα η παράκληση «έλα να τελειώσουμε τη συνέντευξη».

Με καλύτερη διάθεση με προτρέπει να την ακολουθήσω στη σκηνή. «Αντε, πάμε να σου δείξω τη σέρα μου». Τα φυτά που τόσο αγαπά, εδώ είναι πλαστικά, το σκηνικό του Ανδρέα Γεωργιάδη για την παράσταση. Ο σκηνοθέτης κάνει τις τελευταίες διορθώσεις, ενώ ο Αγγελος Τριανταφύλλου που έγραψε μουσική, αστειεύεται μαζί της. Κατά βάθος αγωνιούν: θα πάει η σεζόν; Παίζουν Παρασκευές και Σαββατοκύριακο.

«Θα ήθελα ο κόσμος να παίρνει μέτρα προστασίας. Φαίνεται ότι δεν προσέχουμε. Μια μάσκα είναι, βρε παιδί μου, βάλ’ την. Οσο κι αν προσπαθήσω να κατανοήσω τον αυθορμητισμό και την ορμή της νιότης, δεν μπορεί να την πληρώσει κάποιος επειδή δεν πρόσεξε ένας άλλος».

Η ίδια έχει το αντισηπτικό συνέχεια στη χούφτα της. «Αυτό που με πείραξε στον κορωνοϊό πιο πολύ είναι ότι δεν μπορώ να σφίξω στην αγκαλιά μου όσους αγαπάω. Χάσαμε το άγγιγμα».