ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Αν Απλμπαουμ στην «Κ»: Η ήττα Τραμπ θα πλήξει τους λαϊκιστές στην Ευρώπη

Μέρος μιας «μακροπρόθεσμης στρατηγικής» υπονόμευσης της αξιοπιστίας της εκλογικής διαδικασίας αποτελεί η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ να μην αποδέχεται την ήττα του, δηλώνει στην «Κ» η βραβευμένη ιστορικός και δοκιμιογράφος Αν Απλμπαουμ. Μία από τις πιο εύγλωττες επικριτικές φωνές κατά του Τραμπ και της εκδοχής του αυταρχικού λαϊκισμού που πρεσβεύει, η Απλμπαουμ εξηγεί στην αποκλειστική αυτή συνέντευξη ότι η απήχηση που έχουν τέτοιου είδους θεωρίες συνωμοσίας σε ένα μέρος του εκλογικού σώματος σημαίνει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα συνεχίσουν να καλλιεργούν αμφιβολίες για το αδιάβλητο της διαδικασίας. 

Παράλληλα, θεωρεί ότι ο Μπάιντεν μπορεί να πετύχει έναν βαθμό ενότητας εστιάζοντας στα μείζονα πραγματικά προβλήματα της χώρας, όπως είναι η αντιμετώπιση της πανδημίας και η ανόρθωση της οικονομίας. Τέλος, πιστεύει ότι ο πιο άμεσος αντίκτυπος της αλλαγής στον Λευκό Οίκο θα αφορά τη διεθνή σκηνή και ειδικά την Ευρώπη, όπου φέρνει σε δύσκολη θέση τόσο τους οπαδούς του Brexit όσο και τους συμμάχους του Τραμπ στην Ανατολική Ευρώπη.   

Η σπορά της αμφιβολίας

«Για να είμαστε σαφείς, αυτή η αμφισβήτηση του αποτελέσματος δεν προέκυψε επειδή δεν ξέρει να χάνει ή επειδή βιώνει ένα ξέσπασμα θυμού», τονίζει η Απλμπαουμ, μιλώντας μέσω Skype από το εξοχικό της σπίτι στην Πολωνία (είναι παντρεμένη με τον πρώην ΥΠΕΞ της χώρας Ράντεκ Σικόρσκι). «Πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη στρατηγική την οποία είχε ξεκινήσει να υλοποιεί πριν από τις εκλογές. Ηδη, πριν από τις εκλογές έσπερνε την αμφιβολία για τις επιστολικές ψήφους, γνωρίζοντας ότι θα υπάρξει μεγάλος αριθμός τέτοιων ψήφων φέτος και ότι οι περισσότερες θα είναι υπέρ των Δημοκρατικών, γιατί οι Δημοκρατικοί ψηφοφόροι ανησυχούν περισσότερο για τον ιό και γιατί ο ίδιος ο Τραμπ αποθάρρυνε τους υποστηρικτές του από το να ψηφίσουν επιστολικά. Σε ορισμένες πολιτείες μάλιστα –Πενσιλβάνια, Μίσιγκαν, Ουισκόνσιν– ελήφθησαν αποφάσεις που διασφάλισαν ότι η καταμέτρηση των ψήφων αυτών θα γινόταν στο τέλος της διαδικασίας. Αρα πρόκειται για σχέδιο υπονόμευσης της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων σε αυτές τις πολιτείες».

Η στρατηγική, σημειώνει, έχει λογική ακόμα κι αν δεν καταφέρει τον ύστατο στόχο της ανατροπής του αποτελέσματος. «Η τροφοδότηση της ιδέας ότι το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν προϊόν κλοπής θα επιτρέψει στον Τραμπ να ωφεληθεί από τη δυσαρέσκεια που αυτή η αντίληψη θα γεννήσει σε μέρος του εκλογικού σώματος», εξηγεί. Ο Τραμπ, υπενθυμίζει, βρέθηκε για πρώτη φορά στο πολιτικό προσκήνιο ως θιασώτης του birtherism, «της θεωρίας συνωμοσίας σύμφωνα με την οποία ο Μπαράκ Ομπάμα είχε γεννηθεί εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών και συνεπώς δεν ήταν ο νόμιμος πρόεδρος της χώρας». Η αμφισβήτηση της νομιμότητας των προέδρων του άλλου κόμματος, σύμφωνα με την Απλμπαουμ, διευκολύνει τους Ρεπουμπλικανούς στην εκστρατεία υπονόμευσής τους. Για τον Τραμπ, «είναι ένας τρόπος να κινητοποιήσει τους οπαδούς του, είτε για να τους πουλήσει πράγματα είτε για να του παράσχουν στήριξη τώρα που θα αντιμετωπίσει μια σειρά από νομικά και οικονομικά ζητήματα».

Αρα πιστεύει ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα επιμείνουν στα περί εκλογικής απάτης, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο; «Ορισμένοι θα το βρουν χρήσιμο να συνεχίσουν να λένε ότι κάτι πήγε στραβά με την εκλογική διαδικασία, γιατί βλέπουν ότι η εκλογική τους βάση είναι αυτοί οι αγανακτισμένοι ψηφοφόροι, οι οποίοι δεν πιστεύουν στη δημοκρατία, δεν πιστεύουν στο πολιτικό σύστημα, δεν εμπιστεύονται τα μέσα ενημέρωσης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο πρώην πρόεδρος Μπους αναγνώρισε το αποτέλεσμα και συνεχάρη τον Μπάιντεν· το ίδιο έκανε ο Μιτ Ρόμνεϊ και μερικοί άλλοι ηγέτες του κόμματος».

Το παράδειγμα Κλίντον

Τι σημαίνει για τις προοπτικές διακομματικής συνεργασίας το γεγονός ότι –παρά τις διαφορές μεταξύ των δύο περιπτώσεων– οι ηττημένοι των προεδρικών εκλογών, τόσο φέτος όσο και το 2016, θεωρούν ότι έπεσαν θύματα εκλογικής απάτης;

«Δεν θεωρώ ότι είναι ακριβώς έτσι. Το 2016, η Χίλαρι Κλίντον αποδέχθηκε αμέσως την ήττα της, ενώ δεν έγινε καμία προσπάθεια να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του εκλογικού συστήματος, της καταμέτρησης κ.ο.κ. Αυτό που υπήρξε ήταν μεγάλη ανησυχία για τη ρωσική επέμβαση στις εκλογές, η οποία δεν ήταν μυθοπλασία – αποδείχθηκε από την έκθεση Μιούλερ. Αλλά ρωτάτε κάτι σημαντικό: είναι δυνατόν δύο κόμματα να συνεργαστούν όταν κανένα από τα δύο δεν θεωρεί το άλλο ως νόμιμο φορέα της εξουσίας; Οι Ρεπουμπλικανοί σίγουρα δεν αντιλαμβάνονται έτσι τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι κι αυτοί πλέον βλέπουν τους Ρεπουμπλικανούς με καχυποψία, ως δρώντες με κακή πίστη. Αυτό όντως περιπλέκει την πολιτική διαδικασία, κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που αυτή η μορφή αυταρχικού λαϊκισμού, την οποία έχουν ασπαστεί οι Ρεπουμπλικανοί, είναι τόσο επικίνδυνη: γιατί προϋποθέτει ότι μόνο ένα κόμμα έχει το δίκιο με το μέρος του και το δικαίωμα να κυβερνά. Ολοι οι υπόλοιποι είναι προδότες, ελίτ, ξένοι κ.ά.».
Πώς θα επηρεάσουν οι αντοχές που επέδειξε ο Τραμπ τη στρατηγική των Ρεπουμπλικανών απέναντι στον νέο πρόεδρο; Θα ακολουθήσουν την ίδια τακτική παρακώλυσης που επιστράτευσαν κατά του Μπαράκ Ομπάμα; Και τι περιθώριο έχει ο επόμενος ηγέτης του κόμματος να διαφοροποιηθεί από τον Τραμπ; 

«Μετά τον Ιανουάριο, ο Τραμπ δεν θα έχει πολιτική ισχύ ή επιρροή», αναφέρει η Απλμπαουμ, υπενθυμίζοντας ότι κανείς εκ των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών δεν θα λυπηθεί που φεύγει. «Επίσης, δεν υπάρχει προηγούμενο για έναν πρώην πρόεδρο να συνεχίσει να έχει ρόλο στην πολιτική – δεν έχει συμβεί στην πρόσφατη ιστορία και αμφιβάλλω ότι θα συμβεί τώρα. Ο Τραμπ, εν τω μεταξύ, θα αντιμετωπίσει στα επόμενα χρόνια τεράστιες νομικές και οικονομικές δυσκολίες, που φαντάζομαι ότι θα απορροφήσουν μεγάλο μέρος του χρόνου του – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα τον βλέπουμε στα ταμπλόιντ και στην τηλεόραση».

Ο αντικαταστάτης

Σχετικά με τον αντικαταστάτη του, «η αναμέτρηση θα είναι για το ποιος θα είναι ο επόμενος Τραμπ», αλλά, όπως παρατηρεί, δεν είναι σαφές τι σημαίνει αυτό: «Η ρητορική του Τραμπ απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Δεν προώθησε πολιτικές υπέρ της εργατικής τάξης. Οι περισσότεροι από τους πιο οικονομικά ευάλωτους Αμερικανούς ψήφισαν τον Μπάιντεν». Το νόημα του τραμπισμού, τονίζει, παραμένει θολό: Είναι απλώς μια μορφή αυταρχισμού; Είναι λαϊκισμός; Είναι προκάλυμμα για απληστία; «Οι Ρεπουμπλικανοί θα πρέπει να αποφασίσουν ποια στοιχεία της συνταγής ήταν δημοφιλή και μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον και ποια όχι».

Ο νέος πρόεδρος, εν τω μεταξύ, καλείται να πορευθεί αποφεύγοντας τη Σκύλλα των αντιστάσεων των Ρεπουμπλικανών και τη Χάρυβδη της ορμητικής αριστερής πτέρυγας του κόμματός του, που διψάει για εκδίκηση και στηρίζει πολιτικές που απέχουν από τις απόψεις του μέσου ψηφοφόρου. «Οι πρώτες πρωτοβουλίες του Μπάιντεν θα αφορούν τα μεγάλα, πραγματικά προβλήματα της χώρας, την πανδημία και την οικονομία», λέει η Απλμπαουμ. «Αυτά είναι θέματα που ενώνουν τους Αμερικανούς, είτε ανήκουν στην προοδευτική άκρα Αριστερά είτε στην τραμπική Δεξιά».

Στο διεθνές πεδίο, «θα προσχωρήσει εκ νέου στη Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα και θα ανοίξει μια συζήτηση με τους Ευρωπαίους για το μέλλον της συμμαχίας των δυτικών δημοκρατιών (με τη συμμετοχή και των ασιατικών δημοκρατιών), αλλά και για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων, όπως είναι το κλίμα, η Κίνα και η Ρωσία. Πολλές από τις πρωτοβουλίες αυτές θεωρώ ότι θα γίνουν αποδεκτές από ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος, κεντροδεξιού και κεντροαριστερού».

Ο απόηχος στην Ευρώπη

Σε τι βαθμό θα συμβάλει η ήττα του Τραμπ στην υποχώρηση του λαϊκισμού στην Ευρώπη; Πόσο ενίσχυε η παρουσία του ηγέτες όπως ο Ορμπαν και ο Κατσίνσκι; Η Απλμπαουμ περιγράφει τις ακροβασίες της πολωνικής κρατικής τηλεόρασης, «που είναι όργανο του κυβερνώντος κόμματος», μετά την υιοθέτηση του αφηγήματος της εκλογικής απάτης και τη συνειδητοποίηση ότι η εποχή Τραμπ έχει παρέλθει. «Το αποτέλεσμα φέρνει τόσο τον Ορμπαν όσο και τον Κατσίνσκι σε δύσκολη θέση», σχολιάζει. «Ειδικά τον Κατσίνσκι, που έχει βασίσει σημαντικό μέρος της πολωνικής εξωτερικής πολιτικής στη σχέση με τις ΗΠΑ, η οποία, ισχυρίζεται, σημαίνει ότι η Πολωνία δεν έχει ανάγκη την Ευρώπη. Αλλά [το αποτέλεσμα] βλάπτει και τους δύο – τους καθιστά πιο απομονωμένους».

Η ήττα του Τραμπ, σύμφωνα με την εκτίμησή της, «θα επηρεάσει αρνητικά τη λαϊκιστική Δεξιά και σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Γαλλία, ενώ έχει ήδη προκαλέσει αναταραχή στους Brexiteers στη Βρετανία. Οι τελευταίοι ισχυρίζονταν πως θα φύγουν από την Ε.Ε. και θα έχουν μια υπέροχη σχέση με τις ΗΠΑ. Ο Μπάιντεν όμως, Αμερικανός με ιρλανδικές ρίζες, ανησυχεί ιδιαιτέρως για τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής και για την ενότητα της Ιρλανδίας, οπότε δεν πρόκειται να στηρίξει τις προσπάθειες της βρετανικής κυβέρνησης να παραβιάσει τις συμφωνίες που έχει ήδη συνάψει με την Ε.Ε. Αρα τα δεδομένα έχουν αλλάξει και σε αυτό το μέτωπο». «Κάθε χώρα έχει τη δική της πολιτική δυναμική, αλλά [η ήττα του Τραμπ] δημιουργεί ένα νέο κλίμα στην κοινή γνώμη και στέλνει ένα σημαντικό μήνυμα στις δυνάμεις της Κεντροδεξιάς, της Κεντροαριστεράς και στους φιλελεύθερους στην Ευρώπη, ειδικά όσους αντιμετωπίζουν ισχυρά λαϊκιστικά κινήματα», καταλήγει η Αμερικανίδα ιστορικός. «Αναδεικνύει τη σημασία της ενότητας, της συνεργασίας και της προσήλωσης σε πραγματικά προβλήματα αντί για συγκρούσεις επί θεμάτων ταυτότητας και κουλτούρας».