ΒΙΒΛΙΟ

Ο «κατακλυσμός» της δικής μας βάρδιας

Ο βραβευμένος Αλέκος Λούντζης μιλάει στην «Κ» με αφορμή την έκδοση της δεύτερης συλλογής του «Οι επόμενοι εμείς»

o-kataklysmos-tis-dikis-mas-vardias-561521155

Αυτή η χώρα συνεχίζει να βγάζει μεγάλους ποιητές. Και είναι κρίμα να μη γίνονται τα ποιήματά τους αντικείμενο συζήτησης σε ευρύτερο κοινό. Οι μαθητές θα έπρεπε από πολύ νωρίς να έρχονται σε επαφή με τη ζώσα, πάλλουσα, σύγχρονη ποίηση. Δεν είναι μόνον αυτοί που πέθαναν και σίγουρα δεν πρέπει οι νεαροί ποιητές να αγγίξουν την αιωνιότητα για να μελετηθούν. Ο Αλέκος Λούντζης μετά τη βραβευμένη «Προπαγάνδα – Κάποια γράμματα για κάποια πράγματα» (εκδ. Γαβριηλίδης) καταθέτει το δεύτερο ποιητικό σημάδι του με τίτλο «Οι επόμενοι εμείς». Οταν πρωτοδιάβασα τη συλλογή, η αιφνίδια σκέψη μου βρήκε στο ποίημα «Συλλογική Υπόθεση» ένα μάθημα ζωής για τα σημερινά παιδιά. Γιατί, όπως και ο ποιητής γράφει: «Οι πάντοτε και παντού Αλλοι πασχίζουν στα περιθώρια της σελίδας, γιατί εκείνοι είναι η συλλογική υπόθεση».

o-kataklysmos-tis-dikis-mas-vardias0
«Στις αποσκευές μας υπάρχουν ασυνείδητες λειτουργίες, τις οποίες δεν γνωρίζουμε πού τις φορτωθήκαμε».

 – «Οι επόμενοι εμείς». Νέα ποιητική συλλογή. Πώς γεννήθηκε; 

– Στον –όχι και τόσο– γενναίο, δικό μας νέο κόσμο ανοίχθηκε μια πρωτόγνωρη δυνατότητα αυτοσκηνοθεσίας· αναπαράγονται εκατομμύρια σχόλια «προσωπικής ετικέτας», τιτλοφόρησης εβδομάδας, μιας βραδιάς, στιγμιαίας διάθεσης, όλα με την αξίωση μοναδικής καταγραφής· ξέρετε πού και ξέρετε πώς. Με απασχολεί σταθερά αυτό το φαινόμενο προσωπικής προπαγάνδας: Η συστηματική υπερτίμηση ή εκμηδένιση των μεταξύ μας διαφορών, αναλόγως του τι θέλει να αποδείξει ή να αποφύγει κανείς. Τελικά, στον λαιμό μού κάθισε εκείνο το «μεταξύ μας»· η δυσκολία να το σκιαγραφήσεις σ’ ένα τοπίο που σαρώνει τα προσωπικά μηνύματα και αντιποιείται διαρκώς τον εαυτό του. Προηγήθηκε το καθοριστικό στάδιο προεργασίας, όπου διαμορφώθηκαν η αρχιτεκτονική και οι θεματικές μέχρι το τέλος ή έως τον επόμενο διαμετακομιστικό σταθμό. Εδώ, κάπως κωδικοποιημένα, ήταν η ένταση επιλεκτικής συγγένειας και επιβεβλημένης παράδοσης, το άγχος αυτοπροσδιορισμού και η φαντασίωση της σκυτάλης. Εντέλει το σχέδιο καταστρώθηκε ως εξής: κάποια ποιήματα για εμάς, κάποια για επόμενους και κάποια για το άρθρο «Οι», για όσες και όσους ο καθένας μας επιλέγει ή αναγκάζεται να στεγάσει εκεί.
 
– Ποιοι είμαστε εμείς, ποιοι οι επόμενοι και ποιοι ορίζονται ως «Οι»;

– Η ενότητα «Οι» περιλαμβάνει ποιήματα αναφοράς σε φανταστικούς, πραγματικούς ή μεικτούς προγόνους, με συνείδηση της ρευστότητας κάθε «ανακεφαλαίωσης». Στην ενότητα «Επόμενοι» υπάρχουν ποιήματα προβολής, με πρώτες ύλες από την εγγύτατη πραγματικότητα και το «τέντωμά» τους σε ενδεχόμενα μέλλοντα. Η τελευταία ενότητα αποτελείται από ποιήματα ταύτισης και όχι ταυτότητας, καθώς κανείς και καμία εποχή δεν διαθέτουν μία όσο και αν επενδύουν στην κατασκευή ή στο μακιγιάζ της. 
 
– Συνομιλείτε με την παράδοση, μεγάλους ποιητές, τοπικές ιστορίες, πολιτικά ντοκουμέντα. Πώς λειτουργεί μέσα σας αυτή η επικοινωνία;

– Αλλοτε αβίαστα, σαν να σκοντάφτεις σε κάτι ή σαν κάτι να πέφτει πάνω σου, άλλοτε μετά από ενδελεχή αναζήτηση. Υπάρχει ένα μερίδιο ευθύνης απέναντι στα βιβλία που έχω διαβάσει, στις ιστορίες που έχω ακούσει, ακόμη και στον δικό μου κόπο. Κάπου εδώ, όμως, τελειώνουν οι ευθύνες και αρχίζει η χαρά. Η λογοτεχνία, πέρα από καθήκοντα και ερμηνείες, είναι, νομίζω, πρωτίστως απόλαυση· αλλιώς δυσκολεύομαι να σκεφτώ λόγο να μπει κανείς σ’ αυτό το λαγούμι παρά τις ενίοτε φωτεινές διασταυρώσεις του. Τέτοια είναι, στη δική μου περίπτωση, η κοινή εργασία με τον συνθέτη Ορέστη Παπαϊωάννου για τη δημιουργία μιας σύγχρονης όπερας δωματίου με τίτλο «The Fall of the House of Commons».

To σταδιακό ψαλίδισμα κρίσιμων λειτουργιών της πεζογραφίας

o-kataklysmos-tis-dikis-mas-vardias2
Το βιβλίο περιλαμβάνει «κάποια ποιήματα για εμάς, κάποια για επόμενους και κάποια για το άρθρο “Οι”».

– Αφιερώνετε ένα ποίημά σας στους γονείς σας, για τη ραφή και το ξήλωμα, όπως γράφετε. Πόση ραφή και πόσο ξήλωμα χρειάζονται ο απογαλακτισμός και η καλλιτεχνική δημιουργία;

– Στις ενσωματωμένες αποσκευές μας υπάρχουν ασυνείδητες λειτουργίες, τις οποίες δεν γνωρίζουμε πού τις φορτωθήκαμε, πότε τις χρησιμοποιούμε και πότε αυτές εμάς. Στη διαδρομή υπάρχουν μείζονες στιγμές απελευθέρωσης, τις οποίες συχνά εντοπίζουμε μεταγενέστερα ή καθόλου. Αρχικά χύνεσαι στο ξέφωτο και σταδιακά μεταβολίζεις την πικρία πως δεν μπορείς να επιστρέψεις. Περισσότερα δεν μπορώ να πω εδώ· τα εξηγώ, ωστόσο, στις αναρτήσεις μου, όπου κάθε έξι ώρες αναλύω τον εαυτό μου, γονείς, αδέλφια, φίλους, όχι και τόσο φίλους, την επικαιρότητα και το παρελθόν, με τρόπο που είμαι βέβαιος πως αφορά τους πάντες.  
 
– Τι είναι η ποίηση για εσάς;

– Η λογοτεχνία που από μικρός δοκίμαζα να καταλάβω, στην οποία ασκούμαι όσο μπορώ, και την οποία πλέον προτιμώ να διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια έχω αναπτύξει την ίσως οξύμωρη πεποίθηση πως η εντατικοποίηση της εργασίας και ο πληθωρισμός πληροφορίας καθιστούν πιο επείγουσα την ανάγκη του πυκνού λόγου της ποίησης. Προφανώς και γράφεται σήμερα σημαντική πρόζα, σε μια πλειάδα παραλλαγών, οι οποίες όμως νομίζω ότι σταδιακά προσλαμβάνονται όλο και περισσότερο μέσα από τον αστερισμό της κινούμενης εικόνας – τα μυθιστορήματα γίνονται σενάρια, οι ταινίες σειρές και η πεζογραφία πρώτη ύλη προς μεταγραφή για το παγκοσμιοποιημένο τηλεοπτικό βλέμμα. Η τάση δεν επηρεάζει μόνο τις προσδοκίες και το πρίσμα του κοινού, αλλά και μέρος της ίδιας της πεζογραφίας· σταδιακά ψαλιδίζει κάποιες από τις κρισιμότερες λειτουργίες της, την αφηγηματική, την αναλυτική, κυρίως την ψυχαγωγική. Για να το πούμε συνθηματικά, «όσο η βιομηχανία ομογενοποιεί, η ποίηση βρίσκει χώρο να αντεπιτεθεί ή τουλάχιστον χαραμάδα να περάσει». Μου φαίνεται κάπως αυτονόητο να διαβάζουμε όπως ζούμε και όχι το αντίστροφο. Χωρίς να υποτιμώ τη λειτουργία της ψυχαγωγίας και στην ποίηση, νομίζω ότι «δική της δουλειά» δεν είναι πρωτίστως αυτή. Η απόσταξη έναντι της ροής, η εστιασμένη κριτική έναντι της περιγραφής, εντέλει ο ρυθμός και το μέτρο στον κατακλυσμό λόγων και εικόνων της δικής μας βάρδιας, θαρρώ πως χρειάζονται σήμερα περισσότερο και στο πεδίο και σε εμάς. 
 
– Η εργασία σας σε στενή σχέση με την ψυχική νόσο πόσο έχει επηρεάσει το ποιητικό σας βλέμμα;

– Με την εμπρόθετη μαθητεία, τον αναπόφευκτο εθισμό, ελπίζω και με κάτι από το ήθος του Παναγιώτη Σακελλαρόπουλου και των δομών ψυχικής υγείας που ίδρυσε και στις οποίες εργάζομαι τα τελευταία 15 χρόνια. Η «κανονικότητα», το ψυχικό άλγος, ο (θεραπευτικός) δεσμός και οι αποχωρισμοί, έννοιες που χρησιμοποιούνται ευρύτατα, φορτίζονται και εγγράφονται διαφορετικά από τη συγκεκριμένη εργασία. Οσο κι αν μου λείπει χρόνος, δεν μπορώ να φανταστώ τη συγγραφή χωρίς μια περιοχή όπου συναναστρέφεσαι ανθρώπους που ζουν σε διαμερίσματα και όχι σε σελίδες. 
 
– Γράφετε: «Ομως άλλο διαρκώς να ετοιμάζεσαι και άλλο να είσαι». Τι συμπεριλαμβάνει η κατάληξη του «είμαι» για ένα υποκείμενο;

– Εδώ με υπερβαίνει το χαϊντεγκεριανό ερώτημα! Ας πω εναλλακτικά μια μικρή ιστορία για το εν λόγω ποίημα, τον «Εξάγγελο». Τόπος του είναι μια «τραγωδία» της γενιάς της παρατεταμένης ειρήνης· με άπειρες αναπαραστάσεις εικονικών συγκρούσεων αλλά τη μνήμη των πραγματικών να εξωραΐζεται ή να εξατμίζεται. Για την οικονομία του ποιήματος φαντάστηκα την πάροδο ενός μεικτού χορού, όπου τα «μαύρα μαντάτα» διαρκώς απωθούνται μέχρι που η χρονοτριβή παράγει καθοριστικότερα αποτελέσματα. Ο ορισμός της έννοιας στο αρχαίο δράμα μού παρείχε ένα πολύτιμο στοιχείο, τη διπλή ιδιότητα του εσωτερικού αγγελιαφόρου ως κομιστή της πληροφορίας και άμεσα εξαρτώμενου από αυτήν.  
 
– Αυτή η γενιά έχει τις δικές της ιστορίες ή λέμε για δικές μας τις ξένες τελικά, σύμφωνα με ένα στίχο σας;

– Για τη δική μας, σίγουρα, δεν είμαστε εμείς, εντός και τώρα, ικανοί για έγκυρη απάντηση. Ας πούμε απλώς πως όσο κανείς οικειοποιείται τις μικροϊστορίες του περιβάλλοντος τόσο δυσκολεύεται να αναλάβει την ευθύνη της δικής του.