ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Γ. Μετζικώφ-Παπαδάκης: Τα ρούχα, η ομορφιά, οι γυναίκες

Ο καταξιωμένος ζωγράφος, σκηνογράφος και ενδυματολόγος Γιάννης Μετζικώφ-Παπαδάκης ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του

g-metzikof-papadakis-ta-roycha-i-omorfia-oi-gynaikes-561644962

Στις κάμαρες του σπιτιού στην απομονωμένη Γραμβούσα της Κρήτης έμαθε από μικρό παιδί ότι «τα ανθρώπινα χέρια είναι πολύτιμα και αυτό που έφτιαξαν θα επιβραβευτεί». Εκεί μέσα ο Γιάννης Μετζικώφ-Παπαδάκης, καλός παρατηρητής ενός κόσμου γεμάτου από υφάσματα, χρώματα, κλωστές, καρφίτσες και ψαλιδισμένα χαρτιά, πήρε τις πρώτες βάσεις για να γίνει αργότερα ένας καταξιωμένος ζωγράφος, σκηνογράφος και ενδυματολόγος.

«Η μητέρα σπούδαζε μοδίστρα στη σχολή Τσοπανέλη στην Πλάκα, εκεί που υπηρετούσε χωροφύλακας ο πατέρας. Πέρναγε και ξαναπέρναγε από την οδό Υπατίας και όμορφος καθώς ήταν, φλέρταρε την ντελικάτη Αθηναία μοδίστρα που οι ρίζες της κρατούσαν από τη Μικρά Ασία». Κάπως έτσι ξεκινάει το κουβάρι της ζωής του ο 66χρονος καλλιτέχνης, με συγκίνηση σαν θυμάται εκείνα τα χρόνια στο νησί όπου γεννήθηκε αλλά δεν έζησε πολύ. «Οταν έγινα πέντε χρόνων, η μητέρα διεκδίκησε την επιστροφή στην Αθήνα για χάρη της εκπαίδευσής μας».

Καθισμένος σε μια πολυθρόνα του εντυπωσιακού σπιτιού του που βλέπει από κάθε παράθυρο την Ακρόπολη, μιλάει στην «Κ» για τα χρόνια που τον καθόρισαν. «Στο νησί η μητέρα μου έραβε και δίδασκε στα κορίτσια κοπτική – ραπτική και επειδή δεν υπήρχαν χρήματα πληρωνόταν με τρόφιμα. Παρακολουθούσα τις αλλαγές στην κάμαρα όπου συγκεντρώνονταν οι γυναίκες. Ηταν σοβαρό γεγονός όταν έραβαν μια νύφη, σμίγοντας τη χαρά, τα πνιχτά γέλια με τα υπονοούμενα. Και σαν ραβόταν μια χήρα, τότε βάραινε η ατμόσφαιρα από σεβασμό στο πένθος. Εκεί έμαθα αυτό που αργότερα μου τόνισε η Ειρήνη Παππά: “Στο θέατρο, προσπάθησε να δουλεύεις όπως οι λαϊκοί τεχνίτες”».

Δυο θείες του, οι ανύπαντρες αδελφές του πατέρα του, ζούσαν στην τρίτη κάμαρα. «Είχαν αργαλειούς, μόνες έστριβαν τα μαλλιά, τα βάφανε, έφτιαχναν πατανίες. Οταν τελείωνε ένα χρώμα, το συμπλήρωναν με άλλο. Σκυμμένες έφτιαχναν πατανίες κρητικές, κεντημένες με σχέδια που έρχονται 200-300 χρόνια πίσω. Η γλάστρα με τα κρίνα σχετιζόταν με την ευγονία, τα ρόδια και τα παιδάκια ήταν ευχές. Με αυτά έστρωναν το γαμήλιο κρεβάτι. Με κοιτούσαν περίεργα οι θείες που τις παρακολουθούσα, γιατί ήμουν αγόρι, αλλά εμένα με γοήτευε ο μαγικός τρόπος που το μαλλί στα χέρια τους γινόταν λεπτή ίνα».  

Το λεύκωμα που έφτιαξε

Ολα αυτά μοιάζουν να ανταμώνουν στο πολυτελές λεύκωμα «Ενδύματα και διηγήματα» που έφτιαξε ο Γ. Μετζικώφ για τις εκδόσεις Καπόν με την υποστήριξη του Ιδρύματος Γεωργίου και Βικτωρίας Καρέλια. Ο αναγνώστης μετρά 250 λεπτοδουλεμένες παραδοσιακές φορεσιές του 19ου αιώνα, πολλές άγνωστες. Ασπρόμαυρα σχέδια με μολύβι και τέμπερες ζωντανεύουν γυναικεία κεφαλοκαλύμματα, μεσοφούστανα και λαμπερά μεταξωτά υφάσματα, αστραχάδες, πλουμιστά στολίδια κ.ά., δίπλα σε 23 διηγήματα που έγραψε ο ίδιος. Τρία χρόνια δούλευε αυτή την έκδοση κι ένα για να γράψει τις ιστορίες που συνοδεύουν τις ζωγραφιές, με παρότρυνση της Ιωάννας Παπαντωνίου. Ιστορίες για πολέμους, γάμους, θανάτους, γέννες, έρωτες και φονικά, μυθοπλασία αλλά και με βάση σε κάποια γεγονότα, που δηλώνουν ότι ο Γ. Μετζικώφ είναι και καλός παραμυθάς. Από τη θέση του καλλιτεχνικού υπευθύνου της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων είχε πρόσβαση σε άφθονο υλικό, παλιά έντυπα στα οποία «ανακάλυψα ότι υπάρχει κι ένας λιγότερο τουριστικός κόσμος της ελληνικής φορεσιάς. Είναι άγνωστο στους περισσότερους πώς ήταν ντυμένοι στον Γέροντα ή στην Αντιόχεια της Μικράς Ασίας, στον Καύκασο, οι Ελληνες στη Μαριούπολη ή στην Κριμαία. Μου έδωσε να καταλάβω ότι είμαστε πιο πολλοί από το στενό, νεότερο ελληνικό κράτος».

Βοήθησε και η συλλογή φωτογραφιών που είχε από τα φοιτητικά του χρόνια. «Για μένα είναι κάτι πολύ συναισθηματικό η φωτογραφία. Οι άνθρωποι σ’ αυτές είναι μαγκωμένοι, αυστηροί, γελούν λίγο και φοράνε τα καλά τους ρούχα. Φωτογραφίζονταν δίπλα σε ανθοστήλες και καρέκλες με τις οποίες είχε εξοπλιστεί το φωτογραφείο, το οποίο διέθετε και στολές που φορούσαν οι πελάτες για να φωτογραφηθούν τιμώντας την καταγωγή τους. Βλέποντας πώς είναι ντυμένος ένας άνθρωπος, καταλαβαίνεις όχι μόνο τι είναι αλλά και τι θα ήθελε να είναι. Πάνω στα ρούχα διαγράφονται οι προθέσεις, συχνά ο ερωτισμός, η έπαρση, η αλαζονεία, η ταπεινότητα. Μπορεί να γράφει πάνω στο ρούχο του ότι έχει ένα φόβο ή ένα πάθος για τη ζωή. Το ρούχο δεν είναι πάντοτε στολίδι, αλλά και ένα σήμα αξιοπρέπειας και σοβαρότητας, υπόληψης. Είχα πάρει ένα ωραίο σκουφάκι στη μητέρα μου, πριν από τα 100 της, και της το πήγα. “Σ’ αρέσει;” τη ρώτησα. “Πολύ ωραίο αλλά να το βάλεις εσύ”. Σκέφτηκε τι θα πουν όταν τη δουν να το φορά στην ηλικία της». Θυμάται μια ακόμη εικόνα σε ένα ταξίδι του στις Σπέτσες. «Ο βαρκάρης που με μετέφερε στην πίσω πλευρά του νησιού φορούσε ένα πανάκριβο πουκάμισο, με τις ετικέτες να φαίνονται. Δεν ταίριαζε με την εικόνα του. Ωστόσο, ο ίδιος φορώντας το ρούχο αυτό ένιωθε ότι έκανε την υπέρβαση. Οπως ο τσιγγάνος με το κόκκινο αυτοκίνητο, κι ας μην έχει πού να κοιμηθεί. Η ευτυχία είναι σπάνιο πράγμα. Δεν είμαστε ευτυχισμένοι, και πώς να είμαστε, δεν θα ήταν φυσικό, αφού είμαστε όλοι μελλοθάνατοι».

«Βλέποντας πώς είναι ντυμένος ένας άνθρωπος, καταλαβαίνεις όχι μόνο τι είναι αλλά και τι θα ήθελε να είναι».

Ενοχλείται με την κριτική που ασκείται για το καλό γούστο «στις φριχτές τηλεοπτικές εκπομπές – είναι μια βασανιστική, φασιστική αρρώστια. Η ευτυχία μπορεί να κρύβεται σε ένα ρούχο που είδε κάποιος και έτρεμε η καρδιά του να βρει χρήματα να το αγοράσει. Κι άλλος που ντρέπεται να φορέσει κάτι κι ας το ποθεί πολύ. Βάλ’ το λοιπόν, ευτύχησε. Αλλωστε, τι είναι τα ρούχα μας; Μια σκηνογραφία που αλλάζει κάθε βράδυ. Η ομορφιά δεν σταματάει στη νεότητα, στο στυλ, στον χοντρό ή στον αδύνατο άνθρωπο. Η ομορφιά έχει σημεία εκκίνησης τη γνώση και την παιδεία. Αν πετάξεις σε ένα σκουπιδοντενεκέ έναν πίνακα του Μονέ, πριν περάσει ένας που θα γίνει ευτυχισμένος που τον βρήκε, θα έχουν περάσει αναρίθμητοι άλλοι που θα τον θεωρήσουν σκουπίδι. Δεν τη διαβάζεις εύκολα την ομορφιά, γιατί απαιτεί γνώσεις και συχνά έναν διαισθητικό τρόπο να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Συχνά η ομορφιά υπάρχει μέσα στην ασχήμια». Οι ηλικιωμένες γυναίκες στην επαρχία που ντύνονται στα μαύρα παραμερίζοντας μπροστά στη νεότητα τον συγκινούν. «Μοιάζουν βασίλισσες των βουνών της Ηπείρου σαν τις βλέπεις καθισμένες στα πεζούλια να αποπνέουν μια φυσική ευγένεια. Αναρωτιέσαι από πού πηγάζει αυτή η λαϊκή ελίτ. Ηταν γυναίκες που είχαν πάρει σοβαρότατα τον ρόλο τους από την κούνια μέχρι την κάσα, παντού σκυμμένες, διακονούσαν τη ζωή».

Από την Κρήτη στην Αθήνα

Αν στην Κρήτη μπήκε ο πρώτος σπόρος για την καλλιτεχνική έκφραση, στην Αθήνα μπήκε ο δεύτερος. Οταν η οικογένεια επέστρεψε, εγκαταστάθηκε σε ένα νεοκλασικό στην Καστέλα. Οταν, μεγαλώνοντας, ο Γ. Μετζικώφ δήλωσε την πρόθεσή του να σπουδάσει στην ΑΣΚΤ, οι γονείς εναντιώθηκαν. «Εκεί βγαίνουν άνθρωποι που πεινάνε» ήταν η πρώτη αντίδραση σαν ανακοίνωσε ότι θα δουλέψει στο θέατρο. «Δεν τους έπεισα εύκολα, αλλά έκανα αυτό που ήθελα. Ημουν στο εργαστήριο του Γ. Μόραλη που ήταν ωραίος δάσκαλος, ευγενικός και είχε σεβαστικό τρόπο με τους φοιτητές του. Η ζωγραφική του είχε μια ποιητική διάσταση. Παρατηρούσα την κομψότητα και τους τρόπους, το μέτρο του. Σκηνογραφία έκανα με τον Β. Βασιλειάδη, ο οποίος με πήγε να δουλέψω στον Λεωνίδα Τριβιζά». Επειτα πήγε στον Γιώργο Μιχαηλίδη και σκηνογράφησε το «Κρίμα που είναι πόρνη». Εκεί άκουσε για πρώτη φορά θαυμαστικά λόγια. Η Ειρήνη Παπά δήλωσε: «Ο Τζιότο φιλοτέχνησε αυτή την παράσταση». Εκτοτε το ταξίδι συνεχίζεται με συνεργασίες στις κρατικές σκηνές και στο ελεύθερο θέατρο, στο οποίο δούλεψε σχεδόν με όλους τους καταξιωμένους σκηνοθέτες. Το 2010, όταν η Εθνική Πινακοθήκη φιλοξένησε έργα του Φράνκο Τζεφιρέλι, ο Γ. Μετζικώφ επιμελήθηκε την έκθεση και ακόμη θυμάται πώς ένιωσε όταν αντίκρισε το κοστούμι που φόρεσε η Μαρία Κάλλας στην «Τραβιάτα»: «Συγκινήθηκα που διέκρινα τα ίχνη του ιδρώτα της. Σκεφτόμουν ότι αυτό το ρούχο παλλόταν από το τρέμουλο του τραγουδιού της».

Λέει ότι στις γυναίκες οφείλει πολλά. «Ζώντας με γυναίκες καταλαβαίνεις περισσότερα πράγματα για τη ζωή. Ο,τι οφείλω στη ζωή μου το οφείλω στις γυναίκες που υπήρξαν και υπάρχουν κοντά μου». Καμαρώνει που η κόρη του, Ρωξάνη, σπούδασε Αρχαιολογία και της αρέσει το εθνογραφικό ντοκιμαντέρ και που η μικρότερη, η Υακίνθη, σπουδάζει στην Καλών Τεχνών. Οπως η σύζυγός του, Καίτη, του στάθηκαν σε μια περιπέτεια με την υγεία του. «Βγήκα ευγνώμων. Κατάλαβα ότι αφήνουμε τον χρόνο γύρω μας να περνά με έναν τρόπο άδικο. Αλλιώς αξιολογείς τον χρόνο. Εκανα χημειοθεραπείες, τρομοκρατήθηκα πολύ, είπα δεν θα τα καταφέρω. Ο καρκίνος κάνει όλη την οικογένεια να υποφέρει. Αλλαξα σαν άνθρωπος, έγινα πιο ευαίσθητος γύρω από τα θέματα κοινωφέλειας, παιδιών, βίας».  

Η σύζυγός του μας διακόπτει με μια ζεστή σπανακόπιτα που μόλις έφτιαξε και επιμένει να δοκιμάσουμε. Τον φροντίζει πριν φύγει για το μάθημα Σκηνογραφίας – Ενδυματολογίας στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. «Θέλω να κάνω ένα βιβλίο για τους θεατρίνους. Για μια παράσταση που δεν θα γίνει ποτέ», λέει με πάθος για τα νέα του σχέδια, ενώ μια σειρά από χρώματα, πρόσωπα ανθρώπων, πάνω στο μικρό γραφείο, είναι ο κορμός της νέας του έκθεσης με τίτλο «Τα χρώματα». «Θέλω ο συνομιλητής μου να με κοιτάζει όταν μου μιλάει. Το βλέμμα του ανθρώπου λέει πολλά».  

 Το βιβλίο του Γιάννη Μετζικώφ-Παπαδάκη «Ενδύματα και διηγήματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.