ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Β. Χαραλαμπόπουλος: «Η αγάπη του κοινού είναι σαν ψήφος»

v-charalampopoylos-i-agapi-toy-koinoy-einai-san-psifos-2015437

Κυριακή βράδυ το Παλλάς είναι γεμάτο από ένα ανάμεικτο κοινό. Αλλοι μοιάζει να πηγαίνουν στο θέατρο τακτικά, πολύ περισσότεροι όχι. Υπερπαραγωγή και μάλιστα σε καιρό κρίσης, ο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» τους βοηθά να ξεχαστούν. Στο τέλος της έμμετρης ηρωικής κωμωδίας του Εντμόν Ροστάν, οι θεατές χειροκροτούν όλους τους συντελεστές θερμά. Οταν έρχεται όμως η σειρά του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου να υποκλιθεί, η θέρμη μετατρέπεται σε επευφημίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία, αυτός είναι ο σταρ.

Ενας σταρ που δεν προκαλεί δέος αλλά συμπάθεια. Δεν έχει πόζα, δεν ξέρουμε πολλά για την προσωπική του ζωή. Εχει όμως ευθύ βλέμμα, ψυχοπονιάρικο ύφος, αμήχανο χαμόγελο, σχεδόν μόνιμη συστολή. Το κοινό κάθε ηλικίας μοιάζει να του παραδίδεται. Εχει κάτι από την αμεσότητα των κωμικών του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου.

Είτε ερμηνεύει στη σκηνή τον εκκεντρικό, τρυφερό ποιητή και ξιφομάχο με τη διάσημη μύτη, είτε το λαϊκό παιδί στη λαχαναγορά για τις ανάγκες μιας διαφήμισης, είτε παίζει Αριστοφάνη στην Επίδαυρο (θα τον δούμε το καλοκαίρι στους «Βατράχους» με το Εθνικό Θέατρο), γίνεται ο δικός μας άνθρωπος. «Η αγάπη του κοινού είναι σαν ψήφος εμπιστοσύνης», επισημαίνει. Δίνει δύναμη και κυρίως του θυμίζει πόσο τυχερός είναι που κάνει τη δουλειά που ονειρευόταν από τεσσάρων ετών.

Στον Συρανό δεν τον άγγιξε ο ηρωισμός και η αυτοθυσία του ήρωα, όσο τα ελαττώματά του. «Οσα τον έκαναν αληθινό άνθρωπο· αγωνίες, ψυχολογικά θέματα, το πρόβλημα της εμφάνισης. Αν ήταν απλώς ένας γενναίος ερωτευμένος άνδρας που έκρυβε τις παγίδες που λιώνουν την ψυχή του, δεν θα είχε τόσο ενδιαφέρον για μένα».

Πικρή, ηρωική, λαϊκή κωμωδία που μιλάει για αλτρουισμό και ρομαντισμό, αναρωτιέσαι: Αντέχουν αυτά στην εποχή μας; «Τα σημερινά πρότυπα είναι πιο επιφανειακά, όμως οι άνθρωποι με ιδανικά, αξίες, αίσθημα αλληλεγγύης μάς κρατάνε. Χαρίσματα τα οποία εμφανίζονται συνήθως στις δυσκολίες. Οπως τώρα που οι απώλειες δεν μετριούνται με κορμιά που χάνονται όπως στον πόλεμο, αλλά με ζωές που παιδεύονται».

Η δική του οικογένεια ήρθε από το Αίγιο στην Αθήνα. Οι γονείς εργάζονταν στο νοσοκομείο Σωτηρία και πάλευαν να μεγαλώσουν τα τρία τους παιδιά. «Ζούσαμε ενωμένοι και χαιρόμασταν με λιγότερα». Από τον Βύρωνα όπου μεγάλωσε, θυμάται τον σεισμό του 1981, που έβγαλε την Αθήνα από τα σπίτια της. «Μέσα από τον φόβο και τη δυστυχία στήναμε γλέντια στην ύπαιθρο και μοιραζόμασταν τραγούδια, φαγητό και διηγήσεις. Ετσι ήταν πάντα. Ακόμη και τη δεκαετία του ’50, μετά την Κατοχή, ο κόσμος πεινούσε, μα δεν έχανε το χαμόγελό του. Ο υπερκαταναλωτισμός δεν μας πρόσφερε τίποτε απ’ όλα αυτά. Αγοράζαμε την ευτυχία μας επί χρόνια. Ωσπου μας έκοψαν την πίστωση. Ετσι ήρθαν τα πάνω κάτω στις ζωές μας. Μαζί ήρθε και η συνειδητοποίηση».

Προσπαθεί να βλέπει τα πράγματα από την καλή τους πλευρά. «Είναι καλό ότι συνειδητοποιήσαμε πολλά. Ακόμη και ότι κάποιοι δοκίμασαν άλλη δουλειά και άλλη ζωή. Αυτό δεν θα συνέβαινε πριν. Τώρα ανασυγκροτούμε τον εαυτό μας». Οι κοινωνίες βέβαια δεν φτιάχνονται τόσο εύκολα. «Πρέπει να μάθουμε απ’ όσα ζήσαμε».

Στον δικό του χώρο, το θέατρο, υπάρχουν οι άτυχοι και οι τυχεροί. «Αγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ξεκινάμε όλοι θέλοντας να κάνουμε αυτό που αγαπάμε, να παίξουμε στη σκηνή, αλλά λίγοι το καταφέρνουν». Οκτώ χρόνια εργαζόταν στο θέατρο και στην τηλεόραση και δεν έβγαινε οικονομικά. Από το 1992 που αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, δοκίμασε πολλές δουλειές· έτρεχε για τις παραγγελίες σε βιβλιοπωλείο, δούλεψε ως υπάλληλος σε βιντεοκλάμπ μέχρι και δαντέλες πουλούσε σε κατάστημα της οδού Ρόμβης. «Υστερα από οκτώ χρόνια και αφού άρχισαν να με αναγνωρίζουν, μπόρεσα να ρισκάρω ένα ενοίκιο».

Αγαπημένος του, ο Ντίνος Ηλιόπουλος

Ντροπαλό παιδί, «σεβαστικός με τους καθηγητές» όπως λέει, «δεν ήθελα να με ενοχλούν ούτε να τους ενοχλώ», ήταν ανοιχτός μόνο στις παρέες. Η συστολή κερδίζει και τον κόσμο. Του αρέσει όταν του επισημαίνεις ότι έχει κάτι από την ευγένεια του Ντίνου Ηλιόπουλου· ήταν ο αγαπημένος του. Οπως «Οι κυρίες της αυλής». «Και τώρα υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες με αξία, αλλά πολλές φορές τούς χαντακώνει η τηλεόραση. Η συχνή παρουσία καίει τον μύθο, ο θεατής σε έχει διαρκώς στα πόδια του».

Κωμικός και δραματικός μαζί, δεν στέκεται σε τέτοιες λεπτομέρειες. Θέλει αυτό που αναλαμβάνει «να πεταρίζει την ψυχή μου». Τον ρωτάω για το χιούμορ του Ελληνα, πόσο έχει αλλάξει. Τα χρόνια του λαϊφστάιλ, λέει, ακόμη και τα αστεία ήταν πιο τηλεοπτικά. Η δική του συνταγή είναι απλή: «Κάνω κωμωδία σαν να μη γνωρίζω ότι είναι κωμωδία. Οταν πατήσω μπανανόφλουδα για να γελάσει ο άλλος, θα πονέσω πέφτοντας. Θέλω να πω ότι μέσα από την αλήθεια βγαίνει το γέλιο».

«Μοναχικός δεν είμαι», διαφωνεί, και ας θέλει έτσι ο μύθος τους κωμικούς στην προσωπική τους ζωή. «Στο θέατρο δεν μπορεί να είσαι διαρκώς στο κόκκινο, πρέπει να έχεις και στιγμές ηρεμίας». Κι εκείνα τα παιχνίδια που έχει στο σπίτι του, τι δηλώνουν, εκτός από ευαισθησία; «Δεν είναι από τα παιδικά μου χρόνια. Οταν πήγαινα να πάρω δώρο στο βαφτιστήρι ή το ανίψι μου έπαιρνα και κάτι δικό μου. Είναι σαν να λες, τώρα που έχω χρήματα και είμαι μεγαλύτερος, μπορώ να πάρω κάποια παιχνίδια που ήθελα μικρός».

Ολα αυτά τον κάνουν αγαπητό επί 22 χρόνια ακόμη και μέσα από τις διαφημίσεις. Τις αντιμετωπίζει σαν ταινίες μικρού μήκους. «Θέλω μικρές ιστορίες για να παίξω, δεν πάω στα τυφλά, μόνο για τα χρήματα. Μία διαφήμιση σε σώζει οικονομικά για ένα διάστημα, αλλά θα ήταν λάθος να είναι εις βάρος της αξιοπρέπειάς σου».

Η βάση του είναι το θέατρο, ξεκαθαρίζει, και ας τα καταφέρνει εξίσου καλά στο σινεμά και το γράψιμο. Το «Bank Bang» είναι το πρώτο σενάριο που γύρισε, τώρα έχει ένα ακόμη έτοιμο, ενώ το «Ας χαθείς» που ερμηνεύει ο Χρήστος Θηβαίος είναι οι πρώτοι στίχοι του που έγιναν τραγούδι. «Το έγραψα όταν υπηρετούσα, ένα βράδυ στη σκοπιά, ύστερα από ένα δύσκολο χωρισμό». Το έδωσε κάποια στιγμή στον Θηβαίο χωρίς να το υπογράψει, ξεχάστηκε με άλλα, ώσπου ανασύρθηκε κι έγινε τραγούδι 10 χρόνια αργότερα. Ο «άδηλος» αποκαλύφθηκε μετά την έκδοση του cd.

Στο σινεμά τον ζορίζει ο κατακερματισμένος χρόνος της διαδρομής του ρόλου.«Σαν να κάνεις πρώτα τη σκηνή που πεθαίνεις και μετά τη σκηνή που ζεις». Τη χαρά του θεάτρου δεν του τη δίνει άλλο μέσο. «Σε κάνει να πετάς αλλά και το αντίθετο, αναλόγως του τι ενέργεια λαμβάνεις». Του έχει συμβεί να καταρρακωθεί στη σκηνή: «Είναι κάτι βράδια που εισπράττεις κάτι ανεξήγητο». Τι πάει στραβά σε μια παράσταση όπου έχει εμφανιστεί εκατοντάδες φορές; «Η ενέργεια φυσικά. Είναι αυτό που λέμε “υπάρχει ένα μάτι…”»!

Ο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόν Ροστάν παρουσιάζεται στο Παλλάς σε μετάφραση Λουίζας Μητσάκου, σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, μουσική Ευανθίας Ρεμπούτσικα, σκηνικά Μανώλη Παντελιδάκη, κοστούμια Εύας Νάθενα. Παίζουν: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Σμαράγδα Καρύδη, Νίκος Αρβανίτης, Ομηρος Πουλάκης.