ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αντρας ταξιδιώτης, πολεμιστής και γόης

antras-taxidiotis-polemistis-kai-gois-2018010

Παρατηρώ την Αρτέμιδα Κούπερ, η οποία κάθεται απέναντί μου στον φιλόξενο χώρο των εκδόσεων Μεταίχμιο στην οδό Ιπποκράτους, λίγο πριν ξεκινήσουμε τη συνέντευξη και σκέφτομαι ότι η ζωή και η λογοτεχνία παίζουν μαζί αστεία παιχνίδια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μεσήλιξ, μεγαλοαστή, καλοαναθρεμμένη Αγγλίδα με το κομψό σακάκι και το ωραίο μενταγιόν, που μόλις έχει πουδράρει τη μύτη της, αποπνέοντας οπωσδήποτε συμπάθεια και τη γνωστή φλεγματική εσωστρέφεια, αποφάσισε να βιογραφήσει τον Πάτρικ Λι Φέρμορ. Τον πληθωρικό, ατίθασο, περιπετειώδη τύπο που γύρισε ολόκληρη την Ευρώπη με τα πόδια, κάνοντας εβδομάδες να πλυθεί, βρίσκοντας καταφύγιο σε αχυρώνες και αριστοκρατικούς πύργους, συμμετέχοντας σε κάθε λογής μπλεξίματα. Τον συγγραφέα με μυθιστορηματικό βίο που πολέμησε στα βουνά της Κρήτης, ράγισε γυναικείες καρδιές, ρούφηξε της ζωής το μεδούλι, όπως έγραφε και στο «Γουόλντεν» ο Θορό. Ηταν προφανές: είχα μπροστά μου ένα αταίριαστο ζευγάρι βιογράφου – βιογραφούμενου, κάτι που θα έκανε τη συζήτησή μας εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Σκέφτηκα καχύποπτα ότι το κίνητρό της θα ήταν το αναμενόμενο. Τον είχε γνωρίσει από κοντά και σίγουρα θα είχε ερωτευτεί τον «Πάντι» που εξέπεμπε γοητεία ακόμα και στη δύση της ζωής του, στην Καρδαμύλη. Η Κούπερ όμως με αποστομώνει: «Αχ, ευτυχώς όχι! Διότι ήταν από τους τύπους των ανδρών που σίγουρα μπορούσε να εμπνεύσει τρομερό έρωτα, αλλά μόλις περάσει η φλόγα θα σε άφηνε στα κρύα του λουτρού, να νιώθεις ένα ράκος του εαυτού σου».

Ημουν μια καλή κορνίζα

Πώς, λοιπόν, αποφάσισε να αφιερώσει αρκετά χρόνια από τη ζωή της για να φέρει εις πέρας ένα μικρό άθλο; Να χωρέσει σε 600 σελίδες, σε μια εξαιρετικά πυκνή αφήγηση, τον Λι Φέρμορ, την εποχή του, τα ταξίδια, τα γραπτά, τις σκέψεις και τις μύχιες εμπειρίες του; Και κάτι βαθύτερο: αν στο πόνημά της λάμπει η φιγούρα του και καθήκον της ίδιας είναι να μένει στη σκιά. «Ετσι πρέπει να γίνει», λέει αμέσως. «Ενας καλός βιογράφος είναι σαν την κορνίζα γύρω από τον πίνακα. Και την κορνίζα την προσέχεις μόνο αν είναι κακή…».

«Well…» συνεχίζει η Κούπερ, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα για να κάνει τις συστάσεις μιας και την ανάγκασα σχεδόν να μιλήσει για τον εαυτό της. «Ονομάζομαι Αρτεμις, διότι τη γιαγιά μου την έλεγαν Νταϊάνα και έτσι μου έδωσαν το όνομά της αλλά στην ελληνική του εκδοχή. Και η γιαγιά μου, ήταν μια διασημότητα στην εποχή της και φίλη του Πάτρικ Λι Φέρμορ, με τόσο ενδιαφέρουσα ζωή, που ο Φίλιπ Ζίγκλερ αποφάσισε να γράψει τη βιογραφία της. O τελευταίος μου ζήτησε να γράψω ένα απόσπασμα για εκείνη. Ημουν γύρω στα είκοσι και προσπαθούσα να γίνω ζωγράφος, μάλλον χωρίς ελπίδες. Το έκανα με πολύ κέφι και νομίζω ότι βγήκε καλό. Στη συνέχεια, ο εκδοτικός οίκος του Ζίγκλερ μου ανέθεσε να επιμεληθώ την αλληλογραφία της γιαγιάς και του παππού μου. Και συνέχισα με ένα δεύτερο βιβλίο για τη γιαγιά μου, χάρις στο οποίο γνώρισα τον άνδρα μου, επίσης συγγραφέα και ιστορικό Αντονι Μπίβορ (σ.σ.: γνωστός στο ελληνικό κοινό από τα βιβλία του για τη μάχη της Κρήτης, του Στάλινγκραντ κ.ά.). Κάπως έτσι μπήκα στη διαδικασία της συγγραφής. Υστερα προχώρησα με άλλα εγχειρήματα, όπως ένα βιβλίο για το Κάιρο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ένα για το μεταπολεμικό Παρίσι, που έτυχαν καλής αποδοχής».

Στεκόμαστε στην ιδιαίτερη σχέση της Κούπερ με τη γιαγιά της, η οποία άλλωστε αποτέλεσε και την αφορμή για να ασχοληθεί με τον «Πάντι»: «Η Lady Diana Cooper ήταν όντως μοναδική περίπτωση, με πολλά κοινά με τον Λι Φέρμορ, με τον οποίον, άλλωστε, ήταν καρδιακοί φίλοι. Υπήρξε τόσο εκκεντρική, που σαν παιδί από τη μια την καμάρωνα και από την άλλη ντρεπόμουν γι’ αυτήν. Ζούσε στη Γαλλία. Θυμάμαι να πηγαίνουμε μαζί για τα καθημερινά ψώνια και εκείνη να φοράει ένα τεράστιο καπέλο, ένα καταπράσινο παντελόνι και κόκκινα ψηλοτάκουνα. Με εξαιρετικό γούστο, βεβαίως, αλλά δίχως πιθανότητα να περάσει απαρατήρητη. Και ύστερα θυμάμαι τις άλλες κυρίες να έχουν σακούλες με μπαγκέτες, κρέατα και λαχανικά, ενώ εμείς γυρίζαμε σπίτι με μποτίλιες τζιν και γκρέιπφρουτ. Σε αντίθεση με εμένα, που έχω τη δειλία του μικρού ποντικιού, η γιαγιά και ο «Πάντι» έβλεπαν με καλό μάτι κάθε περιπέτεια. Αν για παράδειγμα η γιαγιά έπεφτε πάνω σε καμιά επιγραφή που έλεγε απαγορεύεται η είσοδος, τότε σίγουρα θα αισθανόταν όπως ο ταύρος που του ανεμίζουν μπροστά του ένα κόκκινο πανί. Θα έμπαινε μέσα να δει τι κρύβεται εκεί και εγώ θα μουμούριζα “Θεέ μου ας μη μας συλλάβει η αστυνομία”. Για να μην αναφέρω την περιφρόνησή της για τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας…».

Ζω πολλές ζωές

Ψυχαναλυτικά μιλώντας, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ είχε κάτι από την αδάμαστη φύση της Lady Diana Cooper. Οπως και εκείνη, όμως, είχε και μια ιδιαζόντως κομψευόμενη και συντηρητική πλευρά: «Θυμάμαι μία από τις φορές που τον συνάντησα στην αριστοκρατική γειτονιά του Μέιφερ για μεσημεριανό φαγητό» λέει η βιογράφος του. «Φορούσε ένα καλοραμμένο κοστούμι, καλογυαλισμένα παπούτσια, μαλλιά χτενισμένα πίσω. Περπατούσε υπερήφανος, ευθυτενής σαν στρατιώτης. Κοιτάζοντάς τον, έλεγες από μέσα σου ότι αυτός ο τύπος δεν έφυγε ποτέ από τις καλές συνοικίες του Λονδίνου. Από την άλλη, ήταν εκείνος ο άνθρωπος που φορούσε την τοπική κρητική ενδυμασία, δεν λογάριαζε κίνδυνο, πεζοπόρησε ολόκληρη την Ευρώπη, οργάνωσε την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Μια σαγηνευτική πολυδιάστατη προσωπικότητα. Πιστεύω ότι για να γίνεις καλός βιογράφος, δεν αρκεί να έχεις καλή πένα, ούτε να συγκεντρώνεις στοιχεία από διάφορες πηγές. Πρέπει να κρατάς αποστάσεις και συνάμα να μπαίνεις στο πετσί του ανθρώπου. Στη δική μου περίπτωση έπρεπε να γίνω άντρας, ταξιδιώτης, πολεμιστής, γόης. Και νομίζω ότι αυτό προσπάθησα να κάνω. Αλλωστε, όταν ασχολείσαι με αυτό το λογοτεχνικό είδος, δεν ζεις μια ζωή αλλά πολλές. Αυτό είναι και η ανταμοιβή σου».

​​Η βιογραφία «Πάτρικ Λι Φέρμορ: Μια περιπέτεια» της Αρτέμιδος Κούπερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφορούν τα εξής βιβλία του Φέρμορ: «Η πορεία προς την Κωνσταντινούπολη», «Ανάμεσα στα δάση και τα νερά», «Η εποχή της δωρεάς» και «Ατέλειωτος δρόμος: από τις σιδηρές πύλες του Δούναβη ώς τον Αθω». Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν επίσης η «Μάνη» και η «Ρούμελη».

Ο βιογράφος δεν είναι δικαστής

Ηταν σχεδόν φυσικό ότι η Κούπερ θα έγραφε μια μέρα τη βιογραφία του «Πάντι», τον οποίο γνώριζε παιδιόθεν. «Είναι αστείο, αλλά όταν έγραφα, άκουγα τη φωνή του μέσα στο κεφάλι μου και αυτό το τρανταχτό του γέλιο που τον έκανε να τεντώνεται ολόκληρος προς τα πίσω», τονίζει η Βρετανίδα συγγραφέας.

Ομως, το μεγαλύτερο πρόβλημα, απ’ ότι ομολογεί, δεν ήταν να συμπιέσει ολάκερο τον βίο του σε ένα βιβλίο αλλά να οργανώσει και να συγκολλήσει τα θραύσματα της αφήγησης: «Δεν θα έγραφα ποτέ μια βιογραφία αν δεν είχα πρόσβαση στα έγγραφα κάποιου, αλλά και την εμπιστοσύνη του βιογραφούμενου.

Μετά θάνατον

Στον Λι Φέρμορ δεν νομίζω ότι του άρεσε η ιδέα της βιογραφίας, όμως μου το έκανε σαν χατίρι, με τον απαράβατο όρο ότι θα τη δημοσίευα μετά τον θάνατο του ιδίου αλλά και της γυναίκας του. Ισως διότι κάποια σημεία της έκδοσης θα του άρεσαν πολύ, άλλα θα τον τρομοκρατούσαν και γι’ αυτό ήθελε πρώτα να έχει φύγει από τη ζωή.

Οταν άρχισα να δουλεύω και τον ρωτούσα διάφορα, αισθανόμασταν και οι δύο περίεργα. Ημουν, με έναν τρόπο, η διαρκής υπόμνηση ότι μια μέρα θα αποδημήσει. Επίσης, δεν του άρεσαν οι κατά πρόσωπο συζητήσεις για τα δικά του θέματα.

Η λύση ήρθε από εκεί που δεν το περίμενα. Επειδή ήταν ακατάστατος προσφέρθηκα να του οργανώσω το σπίτι στην Καρδαμύλη. Κάθε τόσο τράβαγα ένα χαρτί από μια στοίβα και έλεγα “Α! Τι είναι αυτό;” Και εκείνος άρχιζε να διηγείται», τονίζει η Κούπερ συμφωνώντας ότι μπήκε στην ουσία του Λι Φέρμορ με ένα τέχνασμα, όχι από το σαλόνι, αλλά από την πόρτα της κουζίνας.

Εγωπαθής, νάρκισσος

Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι ο «Πάντι» ήταν ένας εγωπαθής, νάρκισσος, τόσο απορροφημένος από τα δικά του που δεν είχε καμιά επίγνωση της ζημιάς που θα μπορούσε να προκαλέσει σε τρίτους. «Ηταν ο εαυτός του», λέει η Κούπερ. «Ενα μάτσο από αντικρουόμενες πτυχές. Ανοιχτός αλλά και κρυμμένος πίσω από μια αχλύ διηγήσεων, ποιημάτων, τραγουδιών, ιστοριών.

Ηταν κατά κάποιο τρόπο βασανισμένος που δεν εκπλήρωσε τις επιθυμίες των γονιών του, οι οποίοι αλλιώς φαντάζονταν το μέλλον του, που δεν έγραψε ποτέ για τη Ρουμανία ή την Κρήτη».

Επισημαίνω στην Κούπερ ότι ο αναγνώστης του βιβλίου έχει ορισμένες φορές την αίσθηση πως τον προστατεύει τρυφερά όπως μια μάνα τον γιο της. «Μπορεί να είναι αλήθεια. Ομως, άκουσα πολλές φορές και το σχόλιο: “διάβασα το βιβλίο σας και δεν τον συμπάθησα καθόλου αυτόν τον τύπο. Ηταν ανεκδιήγητος…”. Ο βιογράφος, ξέρετε, δεν είναι δικαστής».