ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Στην Ελλάδα βρήκαμε την πατρίδα μας»

stin-ellada-vrikame-tin-patrida-mas-2044057

Η παράσταση «Κλυταιμνήστρα: “Είσαι ευτυχισμένος τώρα νεκρέ Αγαμέμνων;”» που θα παρουσιαστεί τρεις βραδιές (19, 20, 21 του μηνός) στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, έχει διπλό ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο ότι ανήκει στη συλλογή μονολόγων της πολυδιαβασμένης Κριστίνε Μπρίκνερ, αλλά και γιατί η Μπάρμπαρα Χόφμαν και ο Τιλ Στέρτσενμπαχ που την σκηνοθετούν, είναι δυο Γερμανοί καλλιτέχνες που διάλεξαν εδώ και χρόνια την Ελλάδα για βάση τους. Η Πάτμος έγινε σπίτι τους και το κέντρο των πολιτιστικών ανησυχιών τους.

Εκεί εδρεύει η Μη Κερδοσκοπική Πολιτιστική Εταιρεία «ΤΕΧΝΗ» που ξεκίνησαν η ηθοποιός και σκηνοθέτις Μπάρμπαρα Χόφμαν – Χαλικιοπούλου με τον Ελληνα σύζυγό της Γιάννη Χαλικιόπουλο πριν από 20 χρόνια. Μετά τον θάνατό του το 1999, εκείνη συνεχίζει μόνιμα πια στο νησί και από το 2003 ακόμη πιο δυναμικά με τον παλιό συμφοιτητή της από το Μόναχο, Τιλ Στέρτσενμπαχ. Αφησαν μια στρωτή καριέρα στο Παρίσι και εκείνος αντίστοιχα στη Γερμανία, για να στέλνουν τη θεατρική τέχνη στα νησιά του Αιγαίου.

Η ερώτηση είναι εύλογη: πόσο εύκολα αφήνεις τα πάντα πίσω σου επιλέγοντας ένα ελληνικό νησί, και μαζί την αβεβαιότητα μιας νέας χώρας και καλλιτεχνικής βάσης; Σπουδάζοντας τη δραματική τέχνη, η Μπάρμπαρα Χόφμαν ήθελε να δει τα μέρη που έζησαν η Κλυταιμνήστρα, η Ηλέκτρα, η Αντιγόνη, ο Ορέστης, η Ιφιγένεια, ο Αίγισθος. «Το 1962 ταξίδεψα σε όλη την Ελλάδα, στις Μυκήνες, στους Δελφούς, στην Επίδαυρο και σε άλλα σημαντικά μέρη και περπατώντας στην ελληνική γη, το συναίσθημα ήταν βαθύ. Είχα βρει την πατρίδα μου».

Σαν έμεινε μόνιμα, η ελληνική πραγματικότητα συνδέθηκε και με τη γραφειοκρατία. «Ποτέ δεν είναι επιτυχημένη η πρώτη προσπάθεια όταν χρειάζεσαι ένα επίσημο έγγραφο. Χρειάζονται τόσες σφραγίδες, τόσο χαρτί. Οι εργάτες λένε συνεχώς “αύριο”. Πρέπει λοιπόν να μάθεις έναν νέο τρόπο ζωής που έχει την υπομονή και το αύριο». Μαζί με αυτά όμως, έμαθε και την αγάπη του κόσμου στο νησί. «Η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν μια συρραφή ποιημάτων του Ρίτσου. Η απορία των Ελλήνων ήταν: “μα πώς μια Γερμανίδα ασχολείται με τον Ρίτσο; Τι ξέρει;”. Προσπάθησα να βρω έργα του μεταφρασμένα στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, αλλά δούλεψα και με το πρωτότυπο κείμενο. Ετσι η πρώτη μου δουλειά στην Ελλάδα ήταν σε τέσσερις γλώσσες, όπως τετράγλωσση και η “Αποκάλυψη” στον βράχο της Καλικατσού για τα 1900 χρόνια από τη συγγραφή της Αποκάλυψης του Αγίου Ιωάννη. Το καλοκαίρι η Πάτμος είναι πολύ διεθνής και το κοινό παρακολουθεί τη δουλειά μου. Αρχίσαμε να δουλεύουμε με ερασιτέχνες κάνοντας μαθήματα αναπνοής, αυτοσχεδιασμού, τοποθέτησης της φωνής κ.λπ. και σταδιακά, οι “ερασιτέχνες” έγιναν “ηθοποιοί”».

«Αισθανόμαστε σεβασμό»

Ο «Μικρός Πρίγκιπας» ανέβηκε με παιδιά, «ευτυχισμένα και ευγνώμονα» όπως περιγράφει. Ανέβηκαν όμως και έργα των: Ρίλκε, Ευριπίδη, Κάφκα, αναγνώσεις ποιημάτων του Καβάφη, Γκαίτε, Σίλερ, Μπρεχτ. «Αισθανόμαστε σεβασμό από τον κόσμο της Πάτμου». Ωστόσο η κρίση έφερε αλλαγές. «Το θέατρο δεν έχει τόση σημασία πια. Ξαφνικά φαίνεται να προτιμούν τους ελληνικούς χορούς και την ελληνική μουσική περισσότερο από πριν».

Κλυταιμνήστρα χωρίς προκαταλήψεις

Από όλες τις ηρωίδες στη συλλογή μονολόγων της Μπρίκνερ διάλεξαν την Κλυταιμνήστρα γιατί όπως λέει: «Οταν έχεις δει τις Μυκήνες, μπορείς να καταλάβεις τη ζωή της μέσα στους ψυχρούς τοίχους, μια ζωή σαν φυλακή, περιμένοντας για δέκα χρόνια τον σύζυγό της, ο οποίος όταν γυρίζει πίσω φέρνει μαζί του και μια νέα ερωμένη, την Κασσάνδρα. Είναι πάρα πολύ για αυτήν! Σκοτώνει την Κασσάνδρα και τον Αγαμέμνονα. Δεν δικαιολογώ τον φόνο, αλλά κατανοώ τη ζωή της Κλυταιμνήστρας με έναν μοντέρνο τρόπο. Η Μπρίκνερ έχει αφαιρέσει τις προκαταλήψεις απέναντι στον μύθο».

Γιος του διάσημου ηθοποιού του θεάτρου και του κινηματογράφου Μπένο Στέρτσενμπαχ και της Κέτε Ντίτριχ, τραγουδίστριας της όπερας, ο Τιλ Στέρτσενμπαχ έφτασε στην Πάτμο έπειτα από 43 χρόνια καριέρας σε μεγάλες θεατρικές σκηνές στη Γερμανία, σημαντικούς ρόλους σε μεγάλα έργα (Σοφοκλής, Ευριπίδης, Γκαίτε, Σαίξπηρ) αλλά και σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές παραγωγές, σε μια εποχή που στον τόπο του ανθούν οι νέες ιδέες στο θέατρο. «Συμπτωματικά ξανασυνάντησα την Μπάρμπαρα έπειτα από σαράντα χρόνα στο θέατρο του Ντάρμσταντ τον χειμώνα του 2001. Σπουδάζαμε μαζί το 1961-63 στην Otto Falckenberg Academie στο Μόναχο. Με κάλεσε το επόμενο καλοκαίρι για διακοπές στην Πάτμο, μετά τον θάνατο της γυναίκας μου. Ερωτεύτηκα και την Μπάρμπαρα και την Πάτμο, όπως και τη δουλειά που έκανε με την ερασιτεχνική ομάδα. Αμέσως ανακαλύψαμε ότι μπορούμε να συνεργαστούμε πολύ καλά, έτσι το 2005 μετακόμισα στο νησί έπειτα από τη συνταξιοδότησή μου και συνεχίζω να δουλεύω για το θέατρο και ως ηθοποιός, αλλά και ως σκηνοθέτης πια».

Τα πρώτα χρόνια δεν ένιωσε καμία εχθρότητα ως ξένος, πολύ περισσότερο ως Γερμανός. Τώρα θεωρεί φυσιολογική την αλλαγή τους. «Ολοι, με έναν τρόπο, είμαστε θύματα της πολιτικής των κυβερνήσεών μας. Και η τηλεόραση δεν βοηθάει. Εχει μεγάλη επιρροή στον κόσμο. Είναι κρίμα που σε κάποιες περιπτώσεις, έχει αλλάξει η σχέση που είχαμε με πρώην φίλους Ελληνες. Μερικές φορές μας αποκαλούν “βάρβαρους” ή “φράου Μέρκελ” κι αυτό μας πληγώνει. Πότε πότε η Μπάρμπαρα σκέφτεται ότι ίσως θα έπρεπε να φύγουμε».

Επιμένουν ωστόσο στην αποκέντρωση. Την «Κλυταιμνήστρα» για παράδειγμα την έφτασαν ώς την Κάλυμνο, την Αστυπάλαια, την Κάρπαθο, ενώ το «Ο θάνατος και η κόρη» στο Αγαθονήσι, στους Λειψούς κ.α. «Θα θέλαμε να δουλέψουμε και στις κεντρικές σκηνές της Αθήνας αν είχαμε την ευκαιρία. Με την “Κλυταιμνήστρα” με την Ευαγγελία Βαλσαμά, μια ηθοποιό με πολύ ταλέντο, αρχίζουμε να δουλεύουμε μόνο με επαγγελματίες ηθοποιούς. Η δουλειά με ερασιτέχνες είναι πάρα πολύ δύσκολη, επειδή δεν τους αρέσει πια όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Χρειάζεται πάθος. Ελπίζουμε ότι το “Είσαι ευτυχισμένος τώρα νεκρέ Αγαμέμνων;” θα αρέσει στο κοινό της Αθήνας και να συνεχίσουμε να δουλεύουμε στην Ελλάδα».