ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στ. Φασουλής: «Μας συμφέρει να ανθεί το περιφερειακό θέατρο»

fasoulis1

«Μπορώ να σας αγκαλιάσω;» είναι τα λόγια που ακούει σχεδόν κάθε βράδυ ο Σταμάτης Φασουλής από θεατές που μπαίνουν στο καμαρίνι του θεάτρου «Χορν». Λόγια ζεστά, παρηγορητικά, βλέμμα υγρό, σαν να τους ενώνει η ίδια εμπειρία. «Με ταυτίζουν με τον ασθενή, γιατί όλοι έχουν κάποιο δικό τους ή στο περιβάλλον τους με άνοια», λέει σαν φεύγει και ο τελευταίος θεατής.

Δεν ήταν εύκολο για τον Σταμάτη Φασουλή να παίξει τον «Μπαμπά» του Φλοριάν Ζελέρ. Oχι τόσο γιατί είχε μια προκατάληψη με το γαλλικό θέατρο, όσο γιατί πραγματεύεται ένα θέμα που το είχε βιώσει μέσω της μητέρας του επί δύο χρόνια. Πείστηκε σαν διάβασε το τρυφερό αλλά και κωμικό κείμενο του Γάλλου συγγραφέα. Του άρεσε ο τρόπος που προσέγγισε ο Ζελέρ ένα τόσο λεπτό θέμα. Ηταν ένας τρόπος να ξορκίσει και τις δικές του δύσκολες στιγμές.

Δέλεαρ ήταν η εναλλαγή του χρόνου, των ρόλων, το πίσω μπρος. Ομως, αυτό που τον κέρδισε είναι ότι δεν παρακολουθεί το κοινό το έργο όπως είναι, αλλά όπως το βλέπει ο πρωταγωνιστής. «Σαν να ’ναι υποκειμενικό πλάνο». Αυτά τον συγκίνησαν στον «Μπαμπά». Επιπλέον «η μητέρα μου βίωσε παρόμοια περιπέτεια. Στην αρχή φοβήθηκα την επιλογή του έργου, μετά το είδα σαν ξόρκι, σαν λύτρωση.

Ξανακάνοντας πράγματα που είχα δει σε εκείνη ήταν σαν να τη δικαίωνα. Δύο χρόνια πάλεψε με τη νόσο. Αρχισε από ένα εγκεφαλικό, που μετατράπηκε σε άνοια και μετά σε Αλτσχάιμερ».

– Η πιο σκληρή στιγμή που ζήσατε αυτήν τη διετία;

– Η στιγμή που δεν με αναγνώρισε. Κράτησε μισή ώρα, αλλά το χειρότερο ήταν η συνέχεια, ο τρόμος που διαγράφτηκε στα μάτια της, σαν κατάλαβε ότι δεν με αναγνώρισε. Με αγκάλιασε: «Εσύ είσαι, εσύ, και δεν αναγνώρισα το παιδί μου;». Η τελευταία της κουβέντα ήταν χιουμοριστική. «Μαμά είσαι καλά;» τη ρώτησα σαν ξύπνησε από λήθαργο. Κούνησε το χέρι της και με το χιούμορ που τη διέκρινε είπε «αλίμονο». Η στάση της απέναντι στην αρρώστια, το μαύρο που ερχόταν, αλλά και σε μένα ήταν ανακουφιστική.

– Σας περνάει από το μυαλό ότι αυτά μπορεί να συμβούν και σ’ εσάς;

– Είναι σαν να κάνω μια πρόβα. Ξέρετε, τα χειρότερα πράγματα της ζωής μου τα αντιμετώπισα με χιούμορ. Το χιούμορ είναι το όπλο μου απέναντι σε οποιαδήποτε κρίση. Το άσχημο είναι όταν περνάει η κρίση και έρχεται η κατάθλιψη.

– Ποια ήταν τα σημεία που σας δυσκόλεψαν στην παράσταση;

– Οι μη λογικές απαντήσεις που δίνει ο Αντρέ στην κόρη και στον γαμπρό του. Μου λένε «πώς είσαι;» και απαντάω «ωραίο το ρολόι σου». Η ουσιαστική δυσκολία ήταν, και παραμένει, η ισορροπία ανάμεσα στο δράμα και στην κωμωδία. Θέλει αυτοπειθαρχία να μην παρασυρθείς ούτε στη μια πλευρά ούτε την άλλη. Ελπίζω να το κρατήσω μέχρι το τέλος της σεζόν, γιατί οι ηθοποιοί είμαστε και ματαιόδοξα πλάσματα. Μπορεί να σε παρασύρει το γέλιο, όπως και το κλάμα. Θέλουμε να αρέσουμε με έναν τρόπο. Αυτό δεν χορταίνεται. Είναι σαν να σε ρωτούν «πάλι θα φας;». Μα κάθε μέρα πεινάς.

– Εχοντας την εμπειρία του βραβείου Χορν, που δίνετε εδώ και 15 χρόνια, αλλά και παρακολουθώντας τις αλλαγές του χώρου, πώς θα περιγράφατε το θεατρικό τοπίο;

– Το θέατρο περνάει μια πολύ καλή περίοδο. Η ποσοτική συσσώρευση φέρνει την ποιοτική αλλαγή. Δεν πειράζει που είμαστε πολλοί. Μήπως αν ήμασταν λιγότεροι θα πληρωνόμασταν καλύτερα; Στα περιφερειακά θέατρα του Λονδίνου, οι ηθοποιοί παίζουν χωρίς να πληρώνονται μπας και τους δει κανείς και τους πάρει στα κεντρικά θέατρα. Είναι σαν να κάνεις οντισιόν όλο τον χρόνο. Στην Ελλάδα, μαζί με τη νέα γενιά ηθοποιών που έχει πολλά εφόδια διακρίνω κάτι ακόμη: όσο ανεβάζει το επίπεδο η περιφέρεια, ανεβαίνει και το επίπεδο στα θέατρα του κέντρου. Πριν αρχίσει η άνθηση των ομάδων, θυμηθείτε πόσο χαζοχαρούμενο ήταν το μέινστριμ θεάτρο. Μας συμφέρει όλους να ανθεί το περιφερειακό θέατρο. Ετσι αποκτάμε ζωή κι εμείς, αλλιώς θα μαραθούμε. Οταν το θεατρόφιλο κοινό βλέπει νέα πράγματα, δεν μπορείς εσύ να του προτείνεις τα προπέρσινα. Ας θυμηθούμε τι παιζόταν στα θέατρα της Ιπποκράτους αλλά και του Συντάγματος. Σοβαζόν, Ενεκέν, Βεμπέρ και Ντε Γκορς, μπουλβάρ και φαρσοκωμωδίες, που τώρα κανείς δεν τολμάει να ανεβάσει. Σήμερα και τα μεγάλα θέατρα έχουν ρεπερτόριο και αυτό το οφείλουμε στις περιφερειακές σκηνές.

– Το ίδιο αισιόδοξος είστε και με την πολιτική;

– Δεν λέω ότι δεν έχει καλές προθέσεις ο κ. Τσίπρας, αλλά έχει πλήρη ανικανότητα η κυβέρνηση. Από την άλλη, έχουμε μια ανύπαρκτη αντιπολίτευση.

– Ακολουθώντας τη διαδρομή από το θέατρο μέχρι το Στούντιο συγγραφής του Εθνικού θεάτρου, όπου συμμετέχετε, τι σας θλίβει στην πόλη;

– Κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου είναι σαν να κατεβαίνω στην κόλαση. Στην πολύπαθη πλατεία της Ομόνοιας το τείχος από μπετόν δεν σου επιτρέπει να δεις την Ακρόπολη. Τώρα έβγαλαν και τραπεζάκια έξω. Και, όμως, κάθεται ο κόσμος. Βλέπετε και η απελπισία θέλει να πιει καφέ. Η Σταδίου είναι μια ατέλειωτη παρακμή. Η πόλη μοιάζει με κηδεία. Μετά την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων, η Αθήνα ζει μια διαρκή τελετή λήξης.