ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Μάρω, γλέντα το», λέω στον εαυτό μου

kontoy1

«Κοίτα πώς κρατιέται!» τιτιβίζουν οι κυρίες στην πίσω σειρά σαν βλέπουν τη Μάρω Κοντού να τραγουδά αλωνίζοντας το πληθωρικό σκηνικό, που έστησε για την παράσταση «Nine» ο Μανόλης Παντελιδάκης στο Pantheon Theatre. Λίγες ημέρες αργότερα στο ρετιρέ της, στους Αμπελοκήπους, η ηθοποιός παραδέχεται ότι είναι κάτι που της λένε συχνά. «Καπνίζω, τρώω γλυκά, αλλά με σώζει ότι περπατάω και δεν δηλητηριάζω τον εαυτό μου με τίποτα. Τα μικρά διορθωματάκια μου στο πρόσωπο τα έκανα. Είμαι κατά των εκχυμάτων. Προτιμώ το καλό, έξυπνο νυστεράκι». Τι την ενοχλεί στις γυναίκες σήμερα; «Οταν βλέπω στην τηλεόραση κάτασπρα δόντια και βυσσινί κραγιόν. Ολες θέλουν να γίνουν Μπάρμπι, Βουγιουκλάκη ή Μενεγάκη. Και η τηλεόραση, πώς έχει γίνει έτσι; Οι 90 αποχρώσεις του ξανθού με μαύρες ρίζες».

Tα τελευταία χρόνια επανήλθε στη σκηνή. Στον ρόλο τραβεστί πόρνης στο Θέατρο Τέχνης («Tο αρχαιότερο επάγγελμα»). «Δεσποινίς Μαργαρίτα» τον επόμενο χρόνο, «Γυναίκα από σύμπτωση: Ελισάβετ» έπειτα. «Στο “Nine” μου άρεσε η ένωση των δυνάμεων. Δεν δουλεύω συχνά, αλλά για να το αποφασίσω θέλω να μου κάνει κλικ. Περνάω υπέροχα και χωρίς θέατρο. Μαγειρεύω, φροντίζω τις γλάστρες μου, γράφω, ζωγραφίζω, βλέπω τους φίλους μου. Οι πιο πολλοί είναι από τα παλιά. Γιατί στο θέατρο γινόμαστε φίλοι για μια περίοδο και μετά χανόμαστε. Φίλοι με κενά».

Μεγαλώσαμε με τα κινηματογραφικά της πρόσωπα: Ελένη Κοκοβίκου («Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»), Μπιάνκα («Μια Ιταλίδα στην Κυψέλη»), Λιλή («Η σωφερίνα»), Ρίτα («Αλίμονο στους νέους»), Φωφώ («Ο φίλος μου ο Λευτεράκης»). «Δεν υπάρχει συνταγή να είσαι αγαπητός, το έχεις ή δεν το έχεις», απαντά. Εκείνη το είχε από μικρή. Αγαπητή, μα και απόμακρη για πολλούς, αρχοντική, κάτι που δεν έσβησε ο χρόνος.

Πάθος για τον χορό

«Νιώθω περήφανη που έχω καταγωγή από τη Σμύρνη. Ημουν κάκιστη μαθήτρια, με 20άρια μόνο στην έκθεση, τη γυμναστική και τα τεχνικά. Το σόι μου ήταν στην Εθνική Τράπεζα ανώτατοι υπάλληλοι, ενώ η μητέρα εργαζόταν στο υπουργείο Παιδείας. Η μαμά και η γιαγιά μου με πίεσαν να λάβω μέρος στον διαγωνισμό της τράπεζας, αλλά εγώ έγραψα στην κόλλα: “Αναγκάζομαι να σας πω ότι δεν με ενδιαφέρει να με προσλάβετε”. Ο μπαμπάς χάθηκε όταν ήμουν δύο ετών, η γιαγιά ήταν πολύ αυστηρή, η μαμά έβλεπε το πάθος μου για τον χορό. Οταν τελείωσα τη σχολή της Πράτσικα και μπήκα στον χορό του Εθνικού Θεάτρου, συμβιβάστηκε».

Στο θέατρο μπήκε ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις. «Η πρώτη μου δουλειά ήταν περιοδεία με τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Εκεί με είδε ο Χορν. Ετσι ξεκίνησε μια πορεία 60 ετών». Σε μια εποχή που διψούσε για λαϊκά είδωλα σαν τη Βουγιουκλάκη και την Καρέζη, εκείνη δεν διάλεξε ούτε το νιαούρισμα ούτε το νάζι. Οχι πως δεν τα ζήλεψε: «Οταν κάποια στιγμή είπα στον Χορν “θέλω κι εγώ να γίνω Βουγιουκλάκη”, μου απάντησε: “Ευχή και κατάρα σού δίνω, χρυσό μου, μη γίνεις λαϊκό είδωλο. Μπορείς να συμπρωταγωνιστείς ή να πρωταγωνιστείς μέχρι τα 80 σου;” Και να που συνέβη».

Προσθέτει όμως και μια «κακιούλα», όπως λέει με συμπάθεια: «Τα λαϊκά είδωλα στην Ελλάδα δεν είναι ποτέ πολύ ψηλές, έχουν όμως πολύ ωραίο κεφάλι, ωραία βυζάκια, αληθινά ή ψεύτικα, χαμηλό ποπό και στραβές γάμπες. Είναι η μέση Ελληνίδα. Δεν θα μπορούσα λοιπόν ποτέ να γίνω λαϊκό είδωλο». Σήμερα οι περισσότεροι συνομήλικοί της εξομολογούνται: «“Είχες κάτι που μας φόβιζε, δεν μπορούσαμε να σε πλησιάσουμε”. Εφταιγε μάλλον η αντίδραση της γιαγιάς. “Η θεατρίνα” είχε πει έξαλλη. Θεωρούσα ότι έπρεπε να κρατάω μια απόσταση».

Τα παιδικά χρόνια στο Κουκάκι ήταν ευτυχισμένα. «Επαιζα με τα αγόρια, τα κορίτσια, τις μοτοσικλέτες, τα ποδήλατα και είχα διαρκώς γδαρμένα γόνατα». Σήμερα βλέποντας τις ταινίες που γύρισε, παραδέχεται: «Ημουν ωραίο κορίτσι μα με μηδέν αυτοπεποίθηση. Μου έφταιγε ότι ήμουν ψηλή, με μικρό στήθος, αθλητικό σώμα σε μια εποχή που αποθέωνε τις ζουμπουρλούδες». Δεν έκρυψε ότι θυσίασε τη μύτη της: «Ο Χορν μού έλεγε “έχεις μύτη τραγωδού, αλλά είσαι κομεντιέν”. Kαι ο Φίνος με πίεζε: “Φτιάξε λίγο τη μύτη, γιατί σε θέλει το σινεμά”. Το τόλμησα γιατί το ήθελαν οι άλλοι, δεν ήμουν όμως έτοιμη».

Με όλους τους συμπρωταγωνιστές της πέρασε υπέροχα. «Ο Ηλιόπουλος, με τον οποίο ξεκίνησα στο θέατρο, ήταν υπέροχος, ευγενής και ταλαντούχος. Με τον Δημήτρη Χορν τέσσερις θεατρικές σεζόν ήταν σαν να είχα κερδίσει το εθνικό λαχείο. Ηταν η δραματική σχολή που δεν πήγα. Αν και την είχα περάσει ως μέλος του χορού πλάι στην Παξινού, στον Μινωτή, στη Συνοδινού, στον Κωτσόπουλο». Κινηματογραφικά συνδέθηκε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα: «Δύσκολος άνθρωπος, νευρικός, του έφταιγαν οι ηθοποιοί όταν αργούσαν ή δεν μάθαιναν τα λόγια τους, γιατί εκείνος ήταν φοβερός επαγγελματίας».

«Από έρωτα τρελό»

Παντρεύτηκε τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη Φουξ «από έρωτα τρελό». Ακολούθησε ένας ακόμη γάμος ύστερα από 20 χρόνια, αλλά δεν ήταν του καλλιτεχνικού χώρου. «Με τον Ντίντη (Αριστείδη) γνωριστήκαμε στην πρώτη μου ταινία “Ο άνθρωπος του τρένου” με την Αννα Συνοδινού και τον Γιώργο Παππά. Με δανείστηκαν από τον χορό του Εθνικού για να κάνω κάποια περάσματα. Με πολιόρκησε τρελά».
Το ίδιο και ο παραγωγός Κλέαρχος Κονιτσιώτης. Το είχε δηλώσει άλλωστε στον αντίπαλό του: αν χώριζαν θα τη διεκδικούσε. Μια Πρωτοχρονιά που το ζευγάρι είχε καβγαδίσει, εκείνη ήταν καλεσμένη για ρεβεγιόν στου Χορν. «Οταν έσβησαν και ξανάναψαν τα φώτα και άρχισαν οι καλεσμένοι να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, εγώ ήμουν στη γωνία σκεφτική. Κάποιος μου είπε: “Τι κάθεστε, τρέξτε”. Μετά έμαθα ότι ήταν ο δημοσιογράφος Ψύχας από τις “Εικόνες”. Ο Ντίντης μού είχε διαμηνύσει πως αν δεν πήγαινα κοντά του μέχρι τα χαράματα, δεν θα τον έβρισκε ο καινούργιος χρόνος στη ζωή. Ηταν κολπατζής!». Ο γάμος ωστόσο δεν στέριωσε. «Σαν πέρασε ο έρωτας δεν μπορέσαμε να το γυρίσουμε στην αγάπη. Το καταφέραμε μεγάλοι. Τα τελευταία του χρόνια, όταν αρρώστησε, τα πέρασε εδώ».

Tην είχε απατήσει πράγματι με την Αλίκη Βουγιουκλάκη; «Αυτό το είπαν οι δημοσιογράφοι. Πρώτα τελειώσαμε και μετά έκανε δεσμό με την Αλίκη. Το τονίζω αυτό, δεν θέλω να της φορτώσουμε κάτι. Κανένα ζευγάρι δεν χωρίζει εάν δεν έχει έρθει το τέλος μεταξύ τους». Τη ρωτάω για την τηλεοπτική της δήλωση: «Δεν υπάρχει περίπτωση να μην κερατωθείτε σε μια διάρκεια ετών». «Την αλήθεια λέω», επιμένει. «Ο άντρας κερατώνει από τη μέση και κάτω, η γυναίκα, όμως, για να απατήσει σημαίνει τέλος».

«Δεν μου πάει ο γάμος», λέει με την άνεση των 80 της χρόνων. Ούτε της λείπει τα βράδια το βαθούλωμα στο κρεβάτι, το άγγιγμα. «Αν θα υπάρξει ένα τέτοιο βράδυ, δεν θέλω βαθούλωμα στο μαξιλάρι. Θέλω μια ζεστή αγκαλιά και μια ωραία κουβέντα. Μπορείς να το βρεις στους φίλους και στις φίλες. Στη φιλία με τους άντρες πάντα υπάρχει κι ένας ερωτισμός. Ομως, όταν ησυχάζουν οι ορμόνες, βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά και αναζητάς την επικοινωνία». Ούτε τα παιδιά τής λείπουν. Αλλωστε, από τα 22 της γνώριζε ότι δεν μπορεί να αποκτήσει δικά της.

Για την πολιτική

Το πέρασμά της από την πολιτική ήταν «μεγάλο λάθος». Στον Δήμο Αθηναίων, όμως, λέει πως έκανε πράγματα και στο «Μητέρα», στο οποίο ήταν πρόεδρος. Στον δήμο θα ξαναπήγαινε. Της άρεσε η εποχή Αβραμόπουλου και ας γέμισε με κάγκελα η Αθήνα. «Ημαστε κάφροι, τα αυτοκίνητα έφταναν στα πεζοδρόμια. Η μείξη πληθυσμών επηρέασε τους Ελληνες. Δεν ήμαστε αρκετά έτοιμοι για την εισροή τόσου κόσμου». Πιστή καραμανλική «στον παλιό» και «στον νεότερο», ενοχλείται «με την απειρία και τα ψέματα» της κυβέρνησης Τσίπρα, ενώ πιστεύει ότι το καινούργιο «θα είναι ανατρεπτικό».

Δεν έχει χρήματα, περιουσία, ούτε αυτοκίνητο. «Σκέφτομαι καμιά φορά και αν μου μένουν μόνο επτά χρόνια; “Μάρω, γλέντα το, λέω στον εαυτό μου”». Εχει καλό DNA, αλλά «η αισιοδοξία είναι το φάρμακο», λέει όταν δίνουμε τα χέρια στο τέλος. Ζητάει μόνο μία χάρη: «Αν είπα πολλές φορές τη λέξη “εγώ”, αφαιρέστε τη. Σιχαίνομαι να το ακούω».