Κ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Οι 10 μήνες που συγκλόνισαν τον κλάδο του λιανεμπορίου

Η πανδημία άλλαξε για πάντα το λιανεμπόριο. Οι αλλαγές που συντελέστηκαν στη διάρκεια του δύσκολου 2020 είναι τεκτονικές και είναι πλέον βέβαιο ότι, ακόμα και μετά το τέλος της περιπέτειας του κορωνοϊού, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο, καθώς άλλαξε τόσο ο τρόπος λειτουργίας της αγοράς όσο και ο τρόπος που ψωνίζουμε.

Οι 10 μήνες που συγκλόνισαν τον κλάδο του λιανεμπορίου

Αυτά τα Χριστούγεννα δεν είχαν καμία σχέση με όλα τα προηγούμενα. Η χρονιά ολόκληρη δεν είχε καμία σχέση με όσες είχαμε ζήσει έως τώρα. Ακόμη όμως και αν στη νέα χρονιά που μόλις ξεκίνησε ανακοπεί η επέλαση της πανδημίας ενδεχομένως από μαζικούς εμβολιασμούς, το λιανικό εμπόριο, ένας από τους κλάδους που υπέστη βαρύ πλήγμα, δεν θα επιστρέψει ποτέ εκεί που ήταν στην προ Covid-19 εποχή. Οι αλλαγές που συντελέστηκαν από τα τέλη Φεβρουαρίου είναι τεκτονικές και άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που λειτουργεί το λιανικό εμπόριο, αλλά και τον τρόπο που ψωνίζουν οι καταναλωτές.

Βαρύ πλήγμα

Αν και ακόμη οι επιπτώσεις της νέας κρίσης δεν έχουν ξεδιπλωθεί στο σύνολό τους, κυρίως λόγω των μέτρων ανακούφισης των επιχειρήσεων που έχει λάβει από την άνοιξη η κυβέρνηση, η επόμενη ημέρα θεωρείται αναπόφευκτο ότι θα βρει το λιανικό εμπόριο στην Ελλάδα με λιγότερες επιχειρήσεις. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: σύμφωνα με τα διαθέσιμα έως τώρα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο για τις επιχειρήσεις που βρέθηκαν σε αναστολή λειτουργίας ύστερα από κρατική εντολή –στην πραγματικότητα δηλαδή για τις επιχειρήσεις πλην αυτών που δραστηριοποιούνται στη λιανική τροφίμων και των αυτοκινήτων, καθώς και τα φαρμακεία– διαμορφώθηκε από τις αρχές του τρέχοντος έτους έως και τον Σεπτέμβριο σε 6,06 δισ. ευρώ έναντι 7,33 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Μέσα, λοιπόν, στο εννεάμηνο του 2020 «χάθηκαν» περίπου 1,27 δισ. ευρώ. 

Το κρίσιμο δ‘ τρίμηνο

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι από την παραπάνω εξίσωση και κυρίως από τα ταμεία των λιανεμπόρων λείπει το τέταρτο τρίμηνο, που παραδοσιακά είναι –ή μάλλον ήταν έως και το 2019– το πιο προσοδοφόρο. Ο συνολικός τζίρος το 2019 για τις επιχειρήσεις που εντός του 2020 τέθηκαν υποχρεωτικά σε αναστολή λειτουργίας ήταν 10,34 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 3,014 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 30% του συνολικού τους τζίρου, πραγματοποιήθηκε το διάστημα Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου. Λογικό. Είναι το διάστημα που περιλαμβάνει τις ενδιάμεσες εκπτώσεις του Νοεμβρίου, την Black Friday και το κυριότερο τις αγορές για τις εορτές των Χριστουγέννων. 

Το δεύτερο κύμα της πανδημίας, που οδήγησε σε νέο lockdown, βρήκε το λιανεμπόριο στην πρώτη εβδομάδα των ενδιάμεσων χειμερινών εκπτώσεων –είχε προηγηθεί η απαγόρευση λειτουργίας του την πρώτη Κυριακή των εκπτώσεων– ενώ έπληξε και  τη φετινή Black Friday. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, σε αναστολή λειτουργίας τέθηκαν 59.838 επιχειρήσεις του κλάδου, καθώς εξαιρούνται τα καταστήματα τροφίμων, τα φαρμακεία, οι εκθέσεις αυτοκινήτων και το χονδρεμπόριο. 

Μικρές επιχειρήσεις

Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι επιχειρήσεις που τέθηκαν σε αναστολή λειτουργίας πρόκειται για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις –αυτή άλλωστε είναι η διάρθρωση του λιανεμπορίου στη χώρα– και δραστηριοποιούνται κατά βάση στη λιανική πώληση ειδών ένδυσης και υπόδησης, κατηγορίες που έχουν υποστεί από τις μεγαλύτερες απώλειες εσόδων και κερδών λόγω της πανδημίας ήδη από το πρώτο lockdown, που «έχασαν» την επίσης σημαντική για τις δύο αυτές κατηγορίες πασχαλινή περίοδο. Οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις που πωλούν αποκλειστικά είδη ένδυσης είχαν το φετινό εννεάμηνο κύκλο εργασιών περίπου 1,33 δισ. ευρώ έναντι 1,91 δισ. το αντίστοιχο διάστημα του 2019, ενώ ο κλάδος της υπόδησης είχε τζίρο 246 εκατ. ευρώ έναντι 347 εκατ. ευρώ πέρυσι (δεν συμπεριλαμβάνονται τα αθλητικά είδη). 

oi-10-mines-poy-sygklonisan-ton-klado-toy-lianemporioy0
Οι επιπτώσεις της νέας κρίσης δεν έχουν ξεδιπλωθεί στο σύνολό τους, κυρίως λόγω των μέτρων στήριξης που έλαβε η κυβέρνηση. 
Φωτ. INTIME NEWS

Χωρίς «αντίδοτο»

Ακριβώς δε λόγω του μικρού μεγέθους τους και της τεχνολογικής υστέρησης, στοιχείο που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζει την ελληνική επιχειρηματικότητα, η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων αυτών δεν διαθέτει καν το «αντίδοτο» του ηλεκτρονικού εμπορίου. Σύμφωνα με την Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ) μόνο λίγο πάνω από το 20% των εμπορικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί ηλεκτρονικές πωλήσεις. 

Οι τελευταίες, το ηλεκτρονικό εμπόριο δηλαδή, αποτέλεσε φέτος μαζί με τον κλάδο των σούπερ μάρκετ τους μεγάλους ωφελημένους του λιανεμπορίου. Και όσα έγιναν λόγω κορωνοϊού στα δύο αυτά πεδία σηματοδοτούν και δύο από τις σημαντικότερες αλλαγές στην καταναλωτική συμπεριφορά, αλλαγές που αναμένεται να παγιωθούν, επηρεάζοντας και τον χάρτη του λιανεμπορίου στη χώρα. 

Εκτόξευση τζίρου

Οι εκτιμήσεις σε ό,τι αφορά τον τζίρο του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ελλάδα κάνουν λόγο για άνοδο κατά 3,2 δισ. φέτος και διαμόρφωσή του στα 10,7 δισ. ευρώ. Μάλιστα, το μείγμα του τζίρου αναμένεται να είναι πολύ διαφορετικό σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς πλέον τις πρώτες θέσεις αναμένεται να καταλάβουν οι ηλεκτρονικές πωλήσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών και περιφερειακών, αθλητικού εξοπλισμού, παιχνιδιών, ειδών ένδυσης, παραφαρμακευτικού εξοπλισμού (μάσκες, αντισηπτικά, θερμόμετρα, οξύμετρα, βιταμίνες). 

Τι συνέβαινε την προ κορωνοϊού εποχή; Πάνω από τις μισές ηλεκτρονικές συναλλαγές αφορούσαν τις υπηρεσίες καταλυμάτων, εισιτήρια για ταξίδια και για θεάματα. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η Κραταιόν Συμβουλευτική, υπό την αιγίδα του Ελληνικού Συνδέσμου Ηλεκτρονικού Εμπορίου (GRECA), το 16% των καταναλωτών ψώνισαν για πρώτη φορά μέσω διαδικτύου όταν ξεκίνησε η πανδημία, ενώ παρατηρείται αύξηση της συχνότητας των αγορών μέσω διαδικτύου κατά μέσο όρο 6,4% σε όλους τους κλάδους. Μάλιστα, το 60% των καταναλωτών δηλώνει διατεθειμένο να εξακολουθεί να αγοράζει μέσω διαδικτύου όλες τις κατηγορίες προϊόντων.

Μια ιδιαίτερη κατηγορία που γνώρισε εκρηκτική αύξηση –σε απόλυτους αριθμούς, βεβαίως, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα– είναι οι πωλήσεις των ηλεκτρονικών σούπερ μάρκετ. Το πρώτο εξάμηνο του 2020, ο τζίρος των ηλεκτρονικών σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Convert Group, σε 56,3 εκατ. ευρώ, γεγονός που οδηγεί στην εκτίμηση ότι στο σύνολο του έτους θα υπερβεί τα 100 εκατ. ευρώ έναντι 46,7 εκατ. ευρώ το 2019. Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής, φέρνοντας την εξέλιξη δύο τρία χρόνια νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν υπό κανονικές συνθήκες. Ακόμη και αν υπάρξει αποκλιμάκωση των πωλήσεων των ηλεκτρονικών σούπερ μάρκετ, όταν ο κορωνοϊός σταματήσει να ταλανίζει την καθημερινότητά μας, ένα κρίσιμο ποσοστό καταναλωτών –εργαζόμενοι με περιορισμένο ελεύθερο χρόνο, νέοι οι οποίοι δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αγοραστική εμπειρία στο σούπερ μάρκετ, αλλά ακόμη και μεγαλύτερες ηλικίες που εξοικειώθηκαν με τις νέες τεχνολογίες– θα συνεχίσουν να αξιοποιούν αυτό το κανάλι. Και στην πραγματικότητα, όποιος λιανέμπορος το διαθέτει –είτε στον κλάδο των τροφίμων είτε στους υπόλοιπους κλάδους– θα έχει όχι μόνο μια εναλλακτική πηγή εσόδων που θα αντισταθμίζει τυχόν απώλειες σε έκτακτες καταστάσεις, αλλά και ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών του. 

Η διαφοροποίηση και η παροχή επιπλέον υπηρεσιών στον πελάτη είναι αυτό που θα καθορίσει τη μετά κορωνοϊό εποχή και τον κλάδο των σούπερ μάρκετ. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτόν μπορεί συνολικά να έχουν περί το μισό δισεκατομμύριο έσοδα παραπάνω σε σύγκριση με πέρυσι (περίπου 6,4 δισ. ευρώ από τις αρχές του χρόνου έως τις αρχές Νοεμβρίου έναντι 5,9 δισ. το αντίστοιχο διάστημα του 2019), όμως αυτή η περίοδος ευφορίας δεν πρόκειται να διαρκέσει για πάντα. Ο καταναλωτής, επηρεασμένος μόνιμα από τον κορωνοϊό, ψυχολογικά και οικονομικά, θα θελήσει να ψωνίζει εξ αποστάσεως, αλλά και να βρίσκει στο φυσικό κατάστημα, όταν το επισκέπτεται, συγκεντρωμένα σε ένα σημείο, έτσι ώστε να αποφεύγει τις μετακινήσεις, όχι μόνο ποικιλία προϊόντων αλλά και υπηρεσιών, από έτοιμο φαγητό έως υπηρεσίες πληρωμών και φορτιστές αυτοκινήτων. 

Το 2020 δεν είναι 2019. Αλλά ούτε και το 2021 και τα χρόνια από εδώ και στο εξής θα είναι ποτέ ίδια για το λιανικό εμπόριο και τους καταναλωτές.