ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυνηγώντας επί 70 χρόνια το «επιτελικό κράτος»

s13_040819_dhmosio

«Εις όλας ανεξαιρέτως τας περιπτώσεις αι ελπίδαι αι οποίαι είχον στηριχθεί επί των μέτρων και προγραμμάτων (οικονομικής αναπτύξεως) εματαιώθησαν λόγω αδυναμίας αποτελεσματικής εφαρμογής των», έγραφε στην έκθεσή του «επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας» ο κορυφαίος οικονομολόγος Κυριάκος Βαρβαρέσος, μια έκθεση που τον Φεβρουάριο του 1952 υπέβαλε στον πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα. «Είμαι απολύτως πεπεισμένος», συμπλήρωνε, «ότι και εις το μέλλον ουδεμία πραγματική βελτίωσις των οικονομικών της χώρας θα καταστή δυνατή, εφόσον δεν αντιμετωπίζεται το βασικόν τούτο πρόβλημα της πλημμελώς λειτουργούσης διοικητικής μηχανής…».

Αυτή την έκθεση Βαρβαρέσου και άλλα εννέα παρόμοια κείμενα για τα κακώς κείμενα της δημόσιας διοίκησης της χώρας που συντάχθηκαν από το 1950 έως το 1998 (περιλαμβάνονται στον τόμο των Αντ. Μακρυδημήτρη και Νίκου Μιχαλόπουλου «Εκθέσεις εμπειρογνωμόνων για τη δημόσια διοίκηση 1950-1998», Παπαζήσης, Αθήνα 2000) επικαλείται σήμερα ο συντάκτης της εισηγητικής έκθεσης του νομοσχεδίου για «το επιτελικό κράτος» που εισάγεται αυτή την εβδομάδα στην Ολομέλεια της Βουλής.

Η «Κ» μίλησε με πρωταγωνιστές άλλων δύο προσπαθειών που είχαν γίνει τα χρόνια του μνημονίου, επί κυβερνήσεων Γ. Παπανδρέου και Αντ. Σαμαρά, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσπάθεια για ένα «επιτελικό κράτος» στο οποίο, μεταξύ άλλων, ο πρωθυπουργός να γνωρίζει «τι παίζεται» στα υπουργεία διαρκεί τουλάχιστον 70 χρόνια.

Μέχρι τη δεκαετία του ’50 δεν υπήρχε συμφωνημένος κανόνας προσλήψεων, προαγωγής και επιβολής πειθαρχικών μέτρων στους δημοσίους υπαλλήλους. Ο Βαρβαρέσος είχε προτείνει η επιτροπή που εισήγαγε το 1951 τον υπαλληλικό κώδικα να «εποπτεύει τη διοίκηση». Ζητούσε ακόμα την απομάκρυνση των  επικεφαλής υπαλλήλων που «συνέπραξαν ή συνήνεσαν εις την κακήν διαχείριση των κοινών την τελευταία δεκαετία…» καθώς και όλων των υπαλλήλων «χωρίς τα αναγκαία προσόντα και το αναγκαίο ήθος…». Οι προτάσεις αυτές φυσικά απορρίφθηκαν.

Το 1964 ο καθηγητής, σύμβουλος του ΟΟΣΑ Ζορζ Λανγκρόντ, συντάσσει την πρώτη από τις δύο εκθέσεις του στο ελληνικό υπουργείο Συντονισμού, που ο τότε αναπληρωτής υπουργός Ανδρέας Παπανδρέου δίνει εντολή να μεταφρασθεί «για “να υποστεί” κριτικό έλεγχο». Ο Λανγκρόντ προτείνει να δημιουργηθεί μια νεά κατηγορία «ανωτέρων υπαλλήλων» που θα έπαιζαν τον ρόλο της «ενότητας της δημόσιας υπηρεσίας στο σύνολό της». Στην υπηρεσία αυτή έδωσε το όνομα «Ε» (από το Ελλάς). Οι υπάλληλοι αυτής της κατηγορίας θα διορίζονταν οριστικά μετά διετή «δοκιμαστική» περίοδο. Οι ανώτεροι υπάλληλοι θα έπαιρναν μέρος σε εκπαιδεύσεις σε μεικτά σεμινάρια με στελέχη του ιδιωτικού τομέα έχοντας απαλλαγεί επί 8μηνο από τα καθήκοντά τους.

Στη συνέχεια, το 1966 ο ΟΟΣΑ στέλνει έναν άλλο ειδικό, τον Φ.Μ.Τ. Ουίλσον, που για πρώτη φορά σε αντίθεση με τη «γαλλική λογική» στρέφει την προσοχή του στην έννοια του «κυβερνητικού μηχανισμού», έχοντας παρατηρήσει ότι στην Ελλάδα κάθε υπουργείο αποτελεί «ένα κάστρο». Κέντρο του μηχανισμού είναι μια κυβερνητική γραμματεία. «Η γραμματεία για να έχει κύρος», γράφει ο Ουίλσον, «πρέπει να υπάγεται στην ευθύνη του πρωθυπουργού. Αυτός είναι, ουσιαστικά, ο κορυφαίος συντονιστής της κυβέρνησης …». Ο Βρετανός ειδικός συμπληρώνει «είναι επιθυμητό να μπορεί ο Π/Θ να δει εάν και πότε ορισμένα τμήματα του κυβερνητικού μηχανισμού δεν λειτουργούν ομαλά – να γνωρίζει πότε μια υψηλού επιπέδου επιτροπή έχει εξαντλήσει τη χρησιμότητά της…». Ο ίδιος σημειώνει ότι «όταν ο Π/Θ εκτός από το πολιτικό του γραφείο, έχει παράλληλα την ευθύνη και τη χρήση της Γραμματείας της Κυβέρνησης, καθώς και την εξουσία ελέγχου και επίβλεψης της δημόσιας υπηρεσίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει μια επαρκή γραφειοκρατία υπό την άμεση εποπτεία του».

Συντονισμός

Μετά μια ογκωδέστατη έκθεση του ΚΕΠΕ το 1989, τον Απρίλιο του 1990 υποβάλλεται μια νέα «έκθεση για τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης» από μια επιτροπή 92 ατόμων, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Πρ. Παυλόπουλος, ο κατοπινός πρόεδρος του ΣτΕ Ν. Σακελλαρίου, ο βουλευτής, τότε λέκτορας Ανδρ. Λοβέρδος, ο καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος και άλλοι σημαντικοί άνθρωποι της διοίκησης και του πανεπιστημίου. Στο σχέδιο μεταξύ των άλλων προτείνεται η μετεξέλιξη του Πολιτικού Γραφείου του πρωθυπουργού σε γραφείο ανάλυσης και σχεδιασμού πολιτικής, ο διυπουργικός συντονισμός σε θέματα Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η πρόβλεψη για τη θέση ενός υπουργού παρά τω πρωθυπουργώ για τις «κοινοτικές υποθέσεις», ένα εθνικό συμβούλιο δημόσιας διοίκησης που θα έχει και καθήκοντα «συνηγόρου του πολίτη», ο προγραμματισμός προσλήψεων με διαγωνισμό για «αξιοκρατική επιλογή». Το 1994 ιδρύεται από τον Σάκη Πεπονή το ΑΣΕΠ.

«Αποτελέσματα»

Με την έκθεση της επιτροπής Σπράου τον Δεκέμβριο του 1997 εισάγεται για πρώτη φορά η έννοια της «διοίκησης αποτελεσμάτων» (μέλη της επιτροπής Α. Γιαννίτσης, Ν. Γκαργκάνας, Γ. Γλυνός, Β. Δρακόπουλος, Ι. Κουσουλάκος, Γ. Στουρνάρας, Πλ. Τήνιος, με πρόεδρο τον Γ. Σπράο).

Η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της επιτροπής είναι οικονομολόγοι και παραλήπτης της εργασίας της ο τότε πρωθυπουργός Κ. Σημίτης. Η επιτροπή προτείνει: τον σχεδιασμό των θέσεων εργασίας, την ποιότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων, τη σύσταση σώματος οικονομολόγων της διοίκησης που «θα επιτρέψει στις δημόσιες οργανώσεις να “μετρούν” και να λειτουργούν με οικονομικότητα» (σ.σ. σχέση κόστους/αποτελέσματος), τη σύσταση «κλάδου ανώτατων στελεχών της διοίκησης». Οι συντάκτες σημείωναν ότι «είναι αξιοσημείωτο πως σε μια έρευνα του υπουργείου Προεδρίας σε υπουργεία και νομικά πρόσωπα το 76% των ερωτηθέντων δεν είχαν ποτέ επικοινωνήσει με διοικήσεις ή υπαλλήλους άλλων ευρωπαϊκών χωρών»…