ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εκλογή ΠτΔ: Τα πρόσωπα και το παρασκήνιο της ψηφοφορίας

gre22165124

Η ολοκλήρωση, λίγο πριν από το μεσημέρι της Τετάρτης 22 Ιανουαρίου 2020, της διαδικασίας ανάδειξης της κυρίας Αικατερίνης Σακελλαροπούλου ως της επόμενης Προέδρου της Δημοκρατίας από την εθνική αντιπροσωπεία, εκτός όλων των αυτονόητων για τέτοιες περιστάσεις παραμέτρων, ήρθε να αναδείξει μια σειρά από στοιχεία και συμβολισμούς που δεν περνούν απαρατήρητα στη βεβαρημένη, λόγω εξελίξεων εντός και εκτός συνόρων, τρέχουσα συγκυρία.

Σε κεντρικό επίπεδο, η ευρύτατη πλειοψηφία των 261 θετικών ψήφων, δίνει στην νέα Πρόεδρο το αυξημένο κύρος που απαιτεί η θεσμική θέση της την προσεχή πενταετία. Μπορεί, βάσει Συντάγματος, το πρόσωπο που εκλέγεται στο κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα να μην διαθέτει ουσιαστικές αρμοδιότητες, συγκριτικώς με εκείνες τις οποίες διαθέτουν ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί -όπως σημειώνεται και στην προεδρική ιστοσελίδα- και ο ρόλος του να θεωρείται και να είναι «ρυθμιστικός του Πολιτεύματος».

Πλην όμως, το να συγκεντρώνει μεγάλο ποσοστό συναίνεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων είναι κρίσιμο μέγεθος και λειτουργεί ενισχυτικά της εικόνας του προσώπου, ειδικά σε διεθνείς δραστηριότητές του.

Σε ό,τι αφορά το πολιτικό σύστημα της χώρας, έστω και επ’ ολίγον, μια τέτοιου εύρους συναίνεση αποτελεί σαφή ένδειξη της δυνατότητας που υπάρχει, ανεξαρτήτως άλλων χαρακτηριστικών, για την επίτευξη του στόχου ενός κοινού βηματισμού. Η συγκεκριμένη επιλογή του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη και η θετική στάση του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ, κάνουν σήμερα να ακούγονται πολύ μακρινές και «ξένες» προς την πραγματικότητα, οι οργισμένες φωνές -ειδικώς της αξιωματικής αντιπολίτευσης- προσφάτως κατά την διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, περί μη δημοκρατικώς ορθών προθέσεων της ΝΔ.

Υπενθυμίζεται πως με αφορμή την πρόταση της κυβερνώσας πλειοψηφίας για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς προσφυγή στις κάλπες, ακόμα και με 151 ψήφους (στην τέταρτη ψηφοφορία, αν οι τρεις πρώτες αποδειχθούν άκαρπες) ή και με σχετική πλειοψηφία, ο κ. Αλ. Τσίπρας κατηγόρησε την ΝΔ πως υποβαθμίζει την διαδικασία σε εκλογή προέδρου ΔΕΚΟ, ενώ η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ έκανε λόγο για «εκφυλισμό της πολιτειακής λειτουργίας της Δημοκρατίας» και για «πρόθεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να εκλέγεται ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας που θα είναι του στενού κομματικού ελέγχου της».

Οσα διαδραματίστηκαν τα τελευταία 24ωρα, μετά την ανακοίνωση της πρότασης από τον πρωθυπουργό, αλλά και σήμερα στην αίθουσα της Ολομέλειας καταδεικνύουν, ως προς αυτό, ότι οι ακρότητες εκείνης της συζήτησης θα μπορούσαν να αποφευχθούν και ο διακομματικός διάλογος να γινόταν υπό άλλους όρους, που δεν θα δηλητηρίαζε τον πολιτικό κόσμο και τμήμα της κοινωνίας.

Ενα δεύτερο θέμα που αναδεικνύεται είναι, ως γνωστόν, το γεγονός ότι για πρώτη φορά εκλέγεται γυναίκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αυτό δεν είναι «παράλογο» για μια κοινωνία όπως η ελληνική, όπου ο «κανόνας» δεν έχει θετικό πρόσημο ως προς τη θέση της γυναίκας, ενώ είναι και «πολιτικώς» αιτιολογημένο, καθώς όπως αρκετοί σχολιάζουν, η πρόταση για την κυρία Σακελλαροπούλου αποτελεί -εκτός των άλλων- και μια προσπάθεια εκ μέρους του πρωθυπουργού να «διορθώσει» τις εντυπώσεις από την «ανδροκρατούμενη» προσφάτως σχηματισθείσα κυβέρνησή του.

Το κρίσιμο, βεβαίως, δεν είναι το φύλο του/της ενοίκου του Προεδρικού Μεγάρου, αλλά οι ικανότητες του προσώπου να διαχειριστεί ορισμένες δύσκολες καταστάσεις, κυρίως όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Ως τέτοιες «δύσκολες καταστάσεις» θεωρούνται, φυσικά, οι συναντήσεις με τον αρχηγό του κράτους της Τουρκίας, ή και περιστάσεις όπως εκείνες του δυσχερούς για τη χώρα 2015, όταν και ο νυν Πρόεδρος Πρ. Παυλόπουλου διαδραμάτισε καθοριστικά θετικό, για τη θέση της χώρας στην ΕΕ, ρόλο μέσω των επαφών του με κορυφαίους Ευρωπαίους.

«Ενα πρόσωπο που δεν προέρχεται από το χώρο της πολιτικής, όπως η Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, θα μπορέσει να ανταπεξέλθει σε τέτοιες καταστάσεις;», είναι ένα από τα ερωτήματα που τίθεται σε συζητήσεις στους διαδρόμους της Βουλής. «Θα φανεί στην πράξη. Πάντως, είναι πολύ πιθανόν πολιτικό πρόσωπο να αποδειχθεί κατώτερο των περιστάσεων, και ένα μη πολιτικό να δικαιώσει τις προσδοκίες των περισσοτέρων», είναι ένα σχόλιο που ακούγεται ως απάντηση από αρκετούς σε αυτές τις συζητήσεις. Άπαντες και άπασες, πάντως, συμφωνούν και στο ότι η συγκυρία, εξαιτίας των τάσεων που αναπτύσσονται διεθνώς και στην περιοχή μας, ανεβάζει πολύ τον πήχυ των δυσκολιών για την διάδοχο του κ. Παυλόπουλου.

Η πρώτη δήλωση της κυρίας Σακελλαροπούλου, κατά τη σύντομη τελετή ανακοίνωσης του αποτελέσματος της ψηφοφορίας από τον Πρόεδρο της Βουλής στο γραφείο της στο ΣτΕ, το εξόχως πολιτικό και με αναφορές στα μεγάλα προβλήματα, στις απαιτήσεις και προκλήσεις της εποχής μας περιεχόμενό της, έκανε αρκετούς εντός Βουλής τουλάχιστον να μιλήσουν με εξαιρετικά θετικό τρόπο για το πρόσωπό της, και να εκφραστούν επίσης θετικά για την πρωθυπουργική επιλογή.

Μια άλλη πτυχή της σημερινής διαδικασίας έχει ευθεία αναφορά στις απουσίες από την ψηφοφορία και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο την αιτιολόγησαν ή όχι εκείνοι οι οποίοι δεν παρέστησαν.

Για λόγους θεσμικής τάξεως, αναφέρεται η περίπτωση του πρώην πρωθυπουργού Α. Σαμαρά που απουσιάζοντας στο εξωτερικό έστειλε μεν επιστολή γνωστοποίησης «πρόθεσης ψήφου» (αυτές οι γνωστοποιήσεις δεν προσμετρώνται στο τελικό αποτέλεσμα), πλην όμως σε αντίθεση με όλους τους άλλους που επίσης έστειλαν ανάλογες επιστολές, δεν αναφέρει το όνομα της νέας Προέδρου. Ο κ. Σαμαράς περιορίζεται να δηλώσει ότι αν ήταν παρών θα ψήφιζε σύμφωνα με την πρόταση της ΝΔ.

Καταγράφονται, με θετική διάθεση από εκείνους που μίλησαν σχετικά στο Περιστύλιο, οι περιπτώσεις των Τρ. Αλεξιάδη (μόλις χθες αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας και εισήχθη σε νοσοκομείο) και Κωνσταντίνας Αδάμου (τοκετός και ίωση την κράτησαν μακριά από το Κοινοβούλιο), καθώς σε ένδειξη σεβασμού προς τους Θεσμούς απέστειλαν επιστολή εξηγώντας τη θέση τους. Στον αντίποδα, σχολιάστηκε αρνητικά η επιλογή του απόντος βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Κ.Ζουράρι να μην στείλει επιστολή στον Πρόεδρο της Βουλής.

Τελευταίο πλην όχι έσχατο, αυτή τη φορά αναφορικά με τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, καταγράφεται το γεγονός ότι σε μια τέτοια ημέρα με τους εθνικούς συμβολισμούς τους οποίους έχει, προγραμματίστηκε να συνεδριάσει η «προανακριτική» Επιτροπή, για τη συνέχεια της καταθέσεως της κυρίας Ελένης Ράικου. Η λειτουργία της εν λόγω Επιτροπής πυροδοτεί μεγάλη οξύτητα και «δηλητηριάζει» το πολιτικό σκηνικό, και για τους λόγους αυτούς πολλοί συγκλίνουν στην εκτίμηση πως κακώς συμπεριελήφθη συνεδρίαση στη σημερινή ατζέντα κοινοβουλευτικού έργου.