ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το Ταμείο επιμένει στη σκληρή γραμμή για την αξιολόγηση

Το Ταμείο επιμένει στη σκληρή γραμμή για την αξιολόγηση

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ – Αντιδιαμετρικά αντίθετη εικόνα, από την αισιοδοξία που απέπνεε το κυβερνητικό στρατόπεδο την περασμένη εβδομάδα σχετικά με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, προκύπτει από τις επαφές της «Κ» στην αμερικανική πρωτεύουσα. Συγκεκριμένα, οι προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί για υποχώρηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ως προς την απαίτηση για νέα μέτρα και συμφωνία που θα επικυρωθεί στις 22 Απριλίου, δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντ’ αυτού το Ταμείο, στοιχειωμένο από το φάντασμα του Μαΐου του 2010, δεν δείχνει καμία διάθεση να βάλει την υπογραφή του σε κάτι που θεωρεί ότι είναι οικονομικά μη βιώσιμο.

Η εκτίμησή του αυτή τη στιγμή είναι ότι οι δύο πλευρές είναι πολύ μακριά από τη συμφωνία. Η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων παραμένει ένα δυσεπίλυτο ζήτημα. Το πιο δύσκολο όμως ζήτημα αφορά το δημοσιονομικό κενό που πρέπει να καλυφθεί για να επιτευχθεί ο στόχος του 3,5% του ΑΕΠ για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2018 – ακόμα περισσότερο, δεδομένου του πρόσθετου κενού που έχουν δημιουργήσει οι δικαστικές αποφάσεις που ακυρώνουν παλαιότερες περικοπές στις συντάξεις.

Το Ταμείο θεωρεί ότι με τα μέτρα που έχει προτείνει η Αθήνα δεν καλύπτεται μεγάλο μέρος του κενού αυτού (το οποίο τοποθετεί στο 4,5% του ΑΕΠ). Επιμένει ευθέως στην άποψη ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ολοκλήρωσης της αξιολόγησης χωρίς περικοπή κύριων συντάξεων σημερινών συνταξιούχων, καθώς –όπως εκτιμάται– όσο και να μειωθεί το χρέος, δεν πρόκειται η ελάφρυνση να καταστήσει βιώσιμο το ασφαλιστικό σύστημα.

Φορολογικό

Εξίσου απαραίτητη θεωρούν στο Ταμείο τη δραστική μείωση του αφορολόγητου ορίου ώστε να διευρυνθεί σημαντικά η φορολογική βάση. Η επιμονή στην αύξηση συντελεστών, σύμφωνα με το ΔΝΤ, ενισχύει διαρκώς το κίνητρο μη συμμόρφωσης και συρρικνώνει περαιτέρω τη φορολογική βάση, συνεχίζοντας τον φαύλο κύκλο που έχει ξεκινήσει από την αρχή της κρίσης. Παράλληλα, η περικοπή διακριτικών δαπανών (που δεν αφορά μισθούς ή συντάξεις) θεωρείται ότι αποκλείεται να επιφέρει τα αναγκαία δημοσιονομικά οφέλη, καθώς έχουν ήδη μειωθεί θεαματικά – σε βαθμό που να έχουν υποβαθμιστεί βασικές δημόσιες υπηρεσίες.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με τη στάση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σήμερα πάντως είναι ότι αναγνωρίζει τη σισύφεια φύση των μέτρων αυτών. Η δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ες αεί θεωρείται ανέφικτη. Το συμπέρασμα αυτό εδράζεται στους περιορισμούς που θέτει το πελατειακό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα και στην πρόβλεψη ότι η ανεργία θα παραμείνει για δεκαετίες σε διψήφια ποσοστά, κατάσταση που υπονομεύει την πολιτική βούληση για τόσο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική.

Παρότι το Ταμείο θα επιμείνει –μέχρι τέλους, αν πρόκειται να συμμετάσχει στο τρίτο πρόγραμμα διάσωσης ως έχει– σε σκληρά μέτρα, η εκτίμησή του είναι ότι το πρόγραμμα αυτό δεν είναι βιώσιμο. Θεωρεί απαραίτητη, με άλλα λόγια, τη χαλάρωση των δημοσιονομικών στόχων, που θα επιτρέψει στην οικονομία να αναπνεύσει: η επανάληψη της ίδιας συνταγής δεν πρόκειται να φέρει καλύτερο αποτέλεσμα.

Ωστόσο η χαλάρωση των στόχων για το πλεόνασμα προϋποθέτει μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους από την Ευρωζώνη. Η αίσθηση στο Ταμείο είναι ότι είναι εγκλωβισμένο μεταξύ των «κόκκινων γραμμών» των δύο πλευρών: η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να λάβει τα μέτρα και οι εταίροι (με προεξάρχουσα τη Γερμανία) δεν προτίθενται να δεχθούν ελάφρυνση χρέους.

Ευκαιρία

Για το Ταμείο, η τρέχουσα αξιολόγηση αποτελεί μια ιδανική ευκαιρία να εξιλεωθεί για το προπατορικό αμάρτημα του πρώτου ελληνικού προγράμματος. Οπως έχει στην ουσία παραδεχθεί έκτοτε, τότε (το 2010) αγνόησε τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις για το χρέος για να συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα που ήξερε ότι δεν είναι βιώσιμο. Οι επιτελείς του δικαιολογούν την απόφαση αυτή, ακόμα και σήμερα, λέγοντας ότι, 20 μήνες μετά την πτώχευση της Lehman Brothers, η θωράκιση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος έναντι του συστημικού κινδύνου μιας ελληνικής χρεοκοπίας ήταν επαρκής λόγος για να δώσει το «πράσινο φως».

Ωστόσο η προσφυγική κρίση είναι ένα πολιτικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί συστημικός κίνδυνος από οικονομική άποψη.

Παράλληλα, το όποιο καλό κλίμα μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον είχαν δημιουργήσει οι διακηρύξεις Τσίπρα περί καταπολέμησης της μεγάλης φοροδιαφυγής έχει εξανεμιστεί ήδη από πέρυσι. Επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως η επέκταση της ρύθμισης των 100 δόσεων σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που χρωστούν πάνω από 1 εκατ. ευρώ, αλλά και η άνευ όρων προστασία που προσέφερε σε δανειολήπτες που δεν εξυπηρετούσαν τα στεγαστικά τους δάνεια, συνέβαλαν στην εδραίωση της άποψης στην Ουάσιγκτον ότι οι νέοι κυβερνώντες δεν διέφεραν πολύ από τους παλιούς.

Με αυτά ως δεδομένα, το ΔΝΤ δεν δείχνει καμία διάθεση να αποδεχθεί το κλείσιμο της αξιολόγησης σχεδόν εξ ολοκλήρου με νέα φορολογικά μέτρα. Διακυβεύεται, θεωρούν οι αξιωματούχοι του, η αξιοπιστία του Ταμείου.

Οι επόμενες ημέρες θα δείξουν πόσο σοβαρά παίρνουν αυτή την έννοια – και πόσο μακριά είναι διατεθειμένοι να φτάσουν. Δεν δείχνουν πάντως να συμμερίζονται την άποψη ότι πρέπει να ληφθούν οι αποφάσεις πριν από τις 22 Απριλίου.