ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Ανοικτή» ακόμα και η μισή συμφωνία

mnimonio--2

Σε δύο προσχέδια μνημονίων, ένα της ευρωπαϊκής συνιστώσας της τρόικας και ένα του ΔΝΤ, που έχουν πολλά κοινά σημεία ως προς τα δύσκολα μέτρα που περιέχουν, αλλά μια κεφαλαιώδη διαφορά ως προς το αποτέλεσμά τους, προσπαθούν να καταλήξουν έως την Τρίτη η κυβέρνηση και οι εκπρόσωποι των πιστωτών, σε κατάσταση νευρικότητας και αγωνίας η πρώτη και σε συνθήκες σύγχυσης οι δεύτεροι.

Με αυτή τη μισή συμφωνία, με αυτά τα δύο προσχέδια θα μεταβούν στην Ουάσιγκτον (από ελληνικής πλευράς οι κ. Τσακαλώτος και Σταθάκης), όπου στο περιθώριο της εαρινής συνόδου του ΔΝΤ (15-17 Απριλίου) θα πραγματοποιηθούν συναντήσεις σε υψηλό πολιτικό επίπεδο για το ελληνικό θέμα. Το βασικό ζήτημα είναι η ελάφρυνση του χρέους ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή του Ταμείου. Οι συναντήσεις στην Ουάσιγκτον το προσεχές Σαββατοκύριακο και η συνεδρίαση του Eurogroup στο Αμστερνταμ, στις 22 του μηνός, θα καθορίσουν τον οδικό χάρτη της πλήρους εμπλοκής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, τις τελικές δεσμεύσεις σε μέτρα και μεταρρυθμίσεις που θα αναλάβει η Αθήνα και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των παραπάνω. Προς το παρόν, όλα αυτά είναι ρευστά.

Παρά την εικόνα μιας επικείμενης και σίγουρης συμφωνίας που επιδιώκει να εκπέμψει η κυβέρνηση, τα προσχέδια δεν είναι οριστικά, δεν ξεκλειδώνουν δόση και δεν αίρουν την αβεβαιότητα ούτε για το πώς ούτε για το πότε θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση.

Το προσχέδιο του Memorandum of Understanding  (MoU) της Αθήνας με την Κομισιόν, την ΕΚΤ και τον ESM, καθώς και το προσχέδιο του Memorandum of Economic and Financial Policies (MEFP) με το ΔΝΤ έχουν πολλά κοινά σημεία, καθώς η Κομισιόν κινήθηκε προς την κατεύθυνση που επιθυμεί το Ταμείο, ασκώντας από κοινού πιέσεις στην ελληνική πλευρά. Ετσι, σε όλα τα θέματα υπάρχουν ανοικτά ζητήματα, ακόμη και σε εκείνα που υπήρξε τις προηγούμενες ημέρες μεγαλύτερη προσέγγιση από όλες τις πλευρές. Για παράδειγμα, στη φορολογία εισοδήματος και οι Ευρωπαίοι θέτουν πλέον θέμα περαιτέρω μείωσης του αφορολογήτου ορίου, όπως και το ΔΝΤ. Στο ασφαλιστικό, επίσης, και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διατυπώνουν ενστάσεις στην αύξηση των εισφορών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ακόμη συμφωνία στο θέμα των επικουρικών συντάξεων. Επίσης, διαμορφώνουν ένα πιο ασφυκτικό πλαίσιο για τα εργασιακά, προκειμένου η κυβέρνηση να αποφασίσει την απελευθέρωση των απολύσεων έως τον Ιούνιο και να την εφαρμόσει έως τον Σεπτέμβριο.

Η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα από την άλλη, παρά τη βούληση να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατό η διαπραγμάτευση, δεν είναι πρόθυμη να κάνει σε αυτή τη φάση περισσότερες υποχωρήσεις απ’ όσες έχει ήδη κάνει. Για παράδειγμα, έχει δεχθεί την περαιτέρω μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης για τις νέες συντάξεις, αλλά αρνείται να πέσει κάτω από το όριο των 1.400 ευρώ (άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης) για τις υφιστάμενες. Και τούτο, επειδή γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται για μια τελεσίδικη συμφωνία, έστω και μόνο με την ευρωπαϊκή πλευρά, αλλά για ένα προσύμφωνο, φοβάται ότι είναι πολύ πιθανό να της ζητήσουν κι άλλες υποχωρήσεις στη συνέχεια, όταν θα καταρτίζονται τα τελικά κείμενα των μνημονίων.

Σημαντική διαφορά

Σε κάθε περίπτωση, όπως κι αν διαμορφωθούν τα δύο προσχέδια τα επόμενα 24ωρα, θα παραμένει μια σημαντική διαφορά έως τη διάσκεψη στην Ουάσιγκτον και πιθανότατα έως το Eurogroup:

• Το MoU θα αποτιμά τα δημοσιονομικά μέτρα σε 3% του ΑΕΠ ή 5,4 δισ. ευρώ και θα εκτιμά ότι επιτυγχάνεται ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018.

• Το MEFP θα εκτιμά ότι η απόδοση των μέτρων είναι μικρότερη, 2,5% του ΑΕΠ ή 4,5 δισ. ευρώ. Με αυτό το δεδομένο και σε συνδυασμό με ένα πιο συντηρητικό μακροοικονομικό σενάριο, θα «βλέπει» πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ το 2018.

Το Eurogroup θα πρέπει συνεπώς να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα γεφυρωθεί το χάσμα, ώστε να φτάσουμε σε τελική συμφωνία, δηλαδή πόση θα είναι η ελάφρυνση του χρέους και πώς θα γίνει, πόσα μέτρα θα λάβει τελικά η Αθήνα, ποια από αυτά θα πρέπει να ψηφιστούν πριν από την καταβολή της δόσης κ.λπ. Το ορόσημο που έχει τεθεί επισήμως είναι το Πάσχα. Ωστόσο, με δεδομένη την κλιμάκωση των απαιτήσεων και την πολυπλοκότητα του χρέους, όλα είναι ανοικτά. Εξάλλου, η τρόικα και η Αθήνα έχουν επιδείξει μια μοναδική ικανότητα να χάνουν προθεσμίες.