ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Eθισμός του πολιτικού κόσμου στην… αντισυνταγματικότητα

ethismos-toy-politikoy-kosmoy-stin-amp-8230-antisyntagmatikotita-2135507

Ο θόρυβος που προκάλεσε ο κ. Π. Καμμένος δηλώνοντας ότι είναι αντισυνταγματική η πρόσφατα ψηφισθείσα διάταξη (αύξηση ΦΠΑ στα νησιά), είναι απολύτως δικαιολογημένος: δεν συνιστά σύνηθες φαινόμενο ένα κορυφαίο στέλεχος μιας κυβέρνησης να δηλώνει δημοσίως ότι ψηφίζει παραβιάζοντας τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας.

Το επιπρόσθετο ενδιαφέρον είναι πως βουλευτής της κυβερνώσας πλειοψηφίας ο κ. Ηλ. Καματερός –με την ψήφο και του οποίου ψηφίστηκε η επίμαχη διάταξη- δήλωσε πως συμφωνεί με τον υπουργό Αμυνας και πρόεδρο των ΑΝΕΛ, ενώ παρά την «διακριτική αποστασιοποίησή του» ως προς το συγκεκριμένο όρο, και ο Πρόεδρος της Βουλής (ψήφισε επίσης, όπως στο σύνολό τους οι 153 της πλειοψηφίας) εξέφρασε ανάλογο προβληματισμό για το κατά πόσο συνάδει η εν λόγω νομοθετική πρωτοβουλία με το Σύνταγμα.

Σε ποιά διάταξη του Συντάγματος αναφέρονται άπαντες; Πρόκειται για το άρθρο 101 § 4 που προβλέπει ότι «ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους». Καθώς, λοιπόν, η διάταξη αφορά αύξηση του ΦΠΑ, που είναι υφεσιακό – άρα αντιαναπτυξικό μέτρο, θεωρείται πως παραβιάζει το Σύνταγμα.

Ανεξαρτήτως του πώς «διαβάζει» κάποιος το ειδικότερο συγκυριακό ζήτημα, υπάρχει η θεσμική διάσταση που είναι διπλή και εξαιρετικά σοβαρή:

Αφενός είναι το γεγονός ότι σε αντίθεση με το παρελθόν που «κατηγορούσα» ήταν η αντιπολίτευση, τώρα είναι η ίδια η κυβέρνηση που εγείρει θέμα. Μια πτυχή που με τη χρήση της λογικής φυσικά και δεν μπορεί να σταθεί: «λογικά» όποιος θεωρεί ότι καλείται να ψηφίσει κάτι το οποίο παραβιάζει το Σύνταγμα, ή καταψηφίζει, ή παραιτείται. Μόνο λόγοι «επικοινωνιακής σκοπιμότητας» είναι δυνατόν να αιτιολογήσουν το φαινόμενο (Τα λέμε εμείς πρώτοι, για να προλάβουμε και να «ακυρώσουμε» το ρόλο των επικριτών μας).

Αφετέρου χρήζει προβληματισμού η εν λόγω εξέλιξη, δεδομένου ότι οι της κυβέρνησης «φωτογραφίζουν» ως υπεύθυνους για την αντισυνταγματική ολισθηρότητα της νομοθετικής διαδικασίας τους Θεσμούς. Οτι, δηλαδή, εκείνοι άσκησαν αφόρητες πιέσεις και πως η ελληνική κυβέρνηση υποχώρησε διότι δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά μιας και η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς περιορισμένης κυριαρχίας. Ακόμα και αν ισχύει κάτι τέτοιο, ακόμα και αν οι της ελληνικής πλευράς επισήμαναν κατά τις διαπραγματεύσεις στους δανειστές το θέμα της συμβατότητας ή μη της συγκεκριμένης διάταξης με τις συνταγματικές πρόνοιες, πόσο «πιστευτοί» μπορούσαν να ακουστούν; Επί πολλά χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες, εντός Βουλής οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης κατηγορούσαν τις εκάστοτε κυβερνήσεις ότι με τους νόμους που έφερναν «έκαναν κουρελόχαρτο το Σύνταγμα». Ηγειραν δε –και εξακολουθούν να το κάνουν- ενστάσεις αντισυνταγματικότητας των προωθούμενων διατάξεων. Μονίμως οι κυβερνήσεις απέρριπταν τις εν λόγω ενστάσεις. Και παραδοσιακά, οι της αντιπολίτευσης δεν μπορούσαν να κρύψουν ότι διαχειρίζονταν τις ενστάσεις τους σαν μια «υποχρεωτική, διαδικαστικού χαρακτήρα πράξη». Αμφότεροι έστελναν το μήνυμα προς την κοινωνία και προς κάθε κατεύθυνση πως ψηφίζονται νόμοι οι οποίοι παραβιάζουν το Σύνταγμα. Μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον αυτοαπαξίωσης, λοιπόν, ποιά σημασία μπορεί σήμερα σε τέτοια ζητήματα να δώσει ένας «ξένος»;