ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Αλλαγή στόχων», αλλιώς καθυστέρηση

allagi-stochon-allios-kathysterisi-2142017

Για ένα μπρα ντε φερ πολιτικών εντυπώσεων μέχρι εξαντλήσεως των ταμειακών αποθεμάτων του Δημοσίου και με φόντο την αβεβαιότητα εξαιτίας του Brexit, προετοιμάζονται η κυβέρνηση και οι πιστωτές ενόψει της δεύτερης διαπραγμάτευσης.

Στο Euroworking Group της περασμένης Δευτέρας, το οποίο προετοίμασε την ατζέντα του αυριανού Eurogroup, ο Ελληνας εκπρόσωπος κ. Γιώργος Χουλιαράκης έθεσε δύο θέματα: την αλλαγή των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 2018 και την αλλαγή του νόμου για τις διοικήσεις των τραπεζών.

Η στάση των εκπροσώπων των κρατών-μελών στο EWG ήταν αρνητική. Αν και Ευρωπαίος αξιωματούχος είπε την Παρασκευή ότι δεν θα συζητηθεί ελληνικό θέμα στο Eurogroup, σύμφωνα με πληροφορίες, ο υπουργός Οικονομικών Ε. Τσακαλώτος προτίθεται να θέσει τα δύο αυτά θέματα και κυρίως το πρώτο. «Πρέπει να ανοίξουμε το θέμα των στόχων», σημειώνει αρμόδια πηγή του υπ. Οικονομικών.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να πάρει το ταχύτερο δυνατόν το «πράσινο φως» από τους πιστωτές, ώστε αυτό να αποτυπωθεί στο νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2017 – 2021. Η πρόταση της Αθήνας είναι να διατηρηθούν οι υφιστάμενοι δημοσιονομικοί στόχοι του Μνημονίου έως το 2018, να φτάσει δηλαδή το πρωτογενές πλεόνασμα έως το 3,5% του ΑΕΠ εκείνη τη χρονιά και στη συνέχεια να αρχίσει η σταδιακή αποκλιμάκωσή τους. Να μειωθεί, δηλαδή, στο 2,5% του ΑΕΠ για την τριετία 2019 – 2021 και να κλειδώσει στο 2% του ΑΕΠ από το 2022 και μετά. Παρουσιάζοντας την πρόταση της Αθήνας στους Ευρωπαίους ομολόγους του, ο κ. Χουλιαράκης υποστήριξε ότι και με αυτούς τους χαλαρότερους δημοσιονομικούς στόχους, δεν τίθεται εν αμφιβόλω η βιωσιμότητα του χρέους, καθώς οι ετήσιες ακαθάριστες ανάγκες εξυπηρέτησής του διατηρούνται κάτω από το όριο του 15% του ΑΕΠ και μάλιστα σε απόσταση ασφαλείας. Τουλάχιστον μέχρι το 2022. Στη συνέχεια θα εφαρμοστούν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, για την οποία έχει επί της αρχής συμφωνήσει το Eurogroup.

Η απάντηση των εκπροσώπων των κρατών-μελών που αντιτίθενται στη χαλάρωση, όπως η Γερμανία, η Φινλανδία κ.ά., ήταν πως μια τέτοια απόφαση αυτή την ώρα ενέχει κινδύνους. Το επιχείρημά τους είναι πως εάν αλλάξουν τώρα οι στόχοι και το 2018 η Ελλάδα βγει στις αγορές και δανειστεί με επιτόκιο υψηλότερο από αυτό που προβλέπουν σήμερα οι θεσμοί και η Αθήνα, τότε θα χρειαστεί να γίνει μεγαλύτερη αναδιάρθρωση του χρέους. Συνεπώς, η απόφαση για αλλαγή στόχων πρέπει να ληφθεί τότε.

Αν και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν οικονομικά επιχειρήματα για υποστηρίξουν τη θέση τους, τα ελατήριά τους είναι καθαρά πολιτικά. Στην προηγούμενη αξιολόγηση, το άλλοθι για τα μέτρα που πήρε ήταν η υπόσχεση για την αναδιάρθρωση του χρέους. Για τη νέα αξιολόγηση, στην οποία υπάρχουν εξίσου δύσκολα θέματα, χρειάζεται τη μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα. Η πίεση αυξάνεται και από το γεγονός ότι η αξιωματική αντιπολίτευση έχει υιοθετήσει το αίτημα για τη χαλάρωση των στόχων.

Η γερμανική κυβέρνηση, από την άλλη, δεν θέλει να ανοίξει η συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα και για το χρέος πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017. «Η συζήτηση για το πλεόνασμα είναι η άλλη όψη της συζήτησης για το χρέος. Επικαλούνται το Brexit και υποστηρίζουν ότι θα ενισχυθούν οι ευρωσκεπτικιστές στη Γερμανία εάν επιδείξουν διάθεση χαλάρωσης έναντι της Ελλάδας. Δεν είναι ένα κατηγορηματικό “όχι”. Λένε ότι δεν είναι η ώρα για μια τέτοια συζήτηση», λέει κυβερνητικό στέλεχος.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του οικονομικού επιτελείου, το Μεσοπρόθεσμο θα είναι έτοιμο σε μορφή νομοσχεδίου έως τις 18 Ιουλίου.

Ωστόσο, ο ίδιος κυβερνητικός αξιωματούχος λέει πως εάν δεν υπάρξει συμφωνία για τους στόχους «θα πάει πίσω, για περισσότερη διαπραγμάτευση». «Εξάλλου δεν έχουμε ταμειακό πρόβλημα», συμπληρώνει με νόημα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το θέμα για την κυβέρνηση είναι αρκετά σημαντικό, ώστε να δικαιολογεί την επιλογή μιας διαπραγμάτευσης που θα φτάσει χρονικά μέχρι του σημείου να καθίσταται απολύτως αναγκαία η επόμενη δόση.

Αν και η τακτική των καθυστερήσεων δεν έχει αποδώσει ποτέ μέχρι σήμερα στις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές, πιθανόν η Αθήνα εκτιμά ότι αυτή τη φορά έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, επειδή και η Ευρωζώνη δεν θέλει άλλη εστία αβεβαιότητας. Η Βρετανία είναι υπεραρκετή. Επίσης, θεωρεί ότι μετά το βρετανικό δημοψήφισμα θα βρει περισσότερους συμμάχους για να υποστηρίξουν τις θέσεις της.

Λιγότερη αισιοδοξία υπάρχει ως προς την αλλαγή του νόμου για τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα στελέχη των διοικήσεων των τραπεζών. Εξάλλου και η κυβέρνηση δεν δείχνει διατεθειμένη να δώσει σε αυτό το πεδίο τη μεγάλη μάχη της. Τα κράτη-μέλη, η ΕΚΤ και οι θεσμοί θεωρούν ότι πρέπει να εφαρμοστεί τώρα ο νόμος ως έχει και να εξετασθούν τυχόν αλλαγές στο μέλλον, αν διαπιστωθούν προβλήματα.