ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι εξαγγελίες και η οργή του Βερολίνου

oi-exaggelies-kai-i-orgi-toy-verolinoy-2165083

«Θα ενημερώσουμε τους βουλευτές μας επακριβώς», είπε χαρακτηριστικά ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μετά τη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών στις Βρυξέλλες την περασμένη Τρίτη. «Δεν έχουμε αλλαγή του προγράμματος, δεν έχουμε αποφάσεις για πληρωμές», πρόσθεσε ο κ. Σόιμπλε, διευκρινίζοντας ότι «σε αυτές τις περιπτώσεις η επιτροπή προϋπολογισμού της Μπούντεσταγκ θα μπορούσε να αλλάξει την απόφαση για τις εκταμιεύσεις στην Ελλάδα».

Αυτά την Τρίτη, διότι η ανακοίνωση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, ότι η κυβέρνηση μοιράζει μικρές έστω ενισχύσεις στους συνταξιούχους, εξόργισε στην κυριολεξία όσους παρακολουθούν στη Βιλχελμστράσε τις ελληνικές υποθέσεις, επιβεβαιώνοντας την άποψη Σόιμπλε ότι «η μείωση του χρέους είναι αντικίνητρο για μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα».

Ο κ. Σόιμπλε είχε επαναλάβει στην αρχή της εβδομάδας ότι «είναι αναμφισβήτητο πως η Ελλάδα δεν έχει υλοποιήσει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις. Οι υπεύθυνοι των ελληνικών κυβερνήσεων υποστηρίζουν ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις είναι δύσκολο να εφαρμοστούν έτσι ακριβώς στην Ελλάδα… Δεν είναι εύκολο να γίνουν τα αναγκαία βήματα…». Στο σημείο αυτό ο κ. Σόιμπλε ανέλυσε τον «ηθικό κίνδυνο» και πώς αυτός μπορεί να ενισχυθεί αν δοθούν τα λάθος κίνητρα. «Πρέπει να σταματήσει να δίνεται η εντύπωση ότι είναι άλλοι υπεύθυνοι για τα προβλήματα της Ελλάδας».

Οι τοποθετήσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών δεν είναι καινούργιες. Αυτό που είναι εντελώς καινούργιο είναι πως συμπίπτουν με την έναρξη της πιο δύσκολης, ίσως, προεκλογικής εκστρατείας της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης, του κόμματός του. Δύο ώρες δρόμο από τις Βρυξέλλες, όπου ο κ. Σόιμπλε εξηγούσε τις θέσεις της κυβέρνησής του, ξεκινούσε το συνέδριο της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης, όπου εκτός από την κ. Μέρκελ πρωταγωνίστησε ο υφυπουργός του στο υπουργείο Οικονομικών, Γενς Σπαν.

Ο κ. Σπαν, από τους ηγέτες της συντηρητικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών, επέβαλε μαζί με τη νεολαία του κόμματος μιαν απόφαση στο συνέδριο ενάντια στην κυρία Μέρκελ –ψηφίστηκε από το 51% των συνέδρων– σύμφωνα με την οποία η Γερμανία πρέπει να πάψει να ανέχεται τη διπλή υπηκοότητα σε όσους έχουν δύο –οι περισσότεροι είναι τουρκικής καταγωγής– και να τους θέτει εμπρός στο δίλημμα να αποκτήσουν τη μία εκ των δύο. Χαρακτηριστικό της πάλης στη Χριστιανοδημοκρατική Ενωση για τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης του κινδύνου από δεξιά (Εναλλακτική για τη Γερμανία) είναι ότι η πρόταση για την επιλογή μιας υπηκοότητας πήρε 51% και η αντίθετη, που υποστηρίχθηκε από την κ. Μέρκελ και την ηγεσία του κόμματος, 48,5%.

Και άλλη απόφαση

Η απόφαση αυτή συνδέεται με την άλλη απόφαση του συνεδρίου, για την ανάγκη να υπερασπισθούν οι Χριστιανοδημοκράτες τον χριστιανικό – εβραϊκό χαρακτήρα της σύγχρονης Γερμανίας και της Ευρώπης και να δώσουν τη μάχη για την υπεράσπιση του «κυρίαρχου πολιτισμού» και «των αξιών» της γερμανικής κοινωνίας. Σε αυτές περιλαμβάνεται ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους.

Να σημειωθεί ότι ο κ. Σόιμπλε κέρδισε το 88,7% των ψήφων των αντιπροσώπων και εξελέγη πρώτος μεταξύ των μελών του διευρυμένου προεδρείου της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης, ενώ ο κ. Σπαν, που δεν υποστηρίζεται από την κ. Μέρκελ, πήρε 70,5%, τέσσερις μονάδες περισσότερες απ’ ό,τι είχε πάρει στο προηγούμενο συνέδριο του 2014.

Φυσικά όλα αυτά έχουν τη σημασία τους, καθώς για πρώτη φορά αναπτύσσεται μια δύναμη στα δεξιά της Χριστιανοδημοκρατίας με εντελώς αρνητική γνώμη για τα προγράμματα βοήθειας προς την Ελλάδα, αλλά και για το ευρώ γενικότερα. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία παραμένει δύο εβδομάδες μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας της κ. Μέρκελ σταθερή στο 13% της προτίμησης των ψηφοφόρων.

Πίσω από τη συζήτηση αυτή υπάρχει η τάση να μετακινηθούν οι Χριστιανοδημοκράτες πιο δεξιά –το κάνουν ήδη– για να «πάρουν χώρο» από την «Εναλλακτική», ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες θα μετακινούνται προς το Κέντρο. Ομως και οι Σοσιαλδημοκράτες που φοβούνται απώλειες προς την «Εναλλακτική» είναι έτοιμοι να κάνουν στη ρητορική τους κάποιες παραχωρήσεις. Σε αυτές θα περιλαμβάνεται τόσο το προσφυγικό –το κυρίαρχο θέμα του εκλογικού αγώνα– όσο και η οικονομική πολιτική της Eυρωζώνης.