ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πολλαπλές οι εκκρεμότητες για τη νέα χρονιά

pollaples-oi-ekkremotites-gia-ti-nea-chronia-2166319

Αρνητικά φορτισμένη, και μάλιστα στον μέγιστο βαθμό, είναι η «κληρονομιά» της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας για τη νέα χρονιά. Ο απολογισμός, ελάχιστα 24ωρα πριν κλείσει η Βουλή για τις εορτές (την ερχόμενη Πέμπτη), για τα όσα λέγονται και –κυρίως– για τον τρόπο που λέγονται και γίνονται στο Κοινοβούλιο, μόνο ως πηγή προβληματισμού και αιτία αβεβαιότητας λειτουργεί.

Οι εκκρεμότητες είναι πολλές, με ευθύνη άλλοτε της κυβέρνησης και άλλοτε της εθνικής αντιπροσωπείας στο σύνολό της, και ουδεμία εκ των δύο πλευρών δείχνει τη βούληση να αλλάξει η κατάσταση. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, καθώς στο πολιτικό σκηνικό αναδίδεται το τελευταίο διάστημα έντονο το άρωμα προεκλογικής περιόδου και άπαντες μοιάζει να ασχολούνται περισσότερο με τη διαμόρφωση συνθηκών επανεκλογής τους.

Σε επίπεδο νομοθετικού έργου, το «χάος» και οι δυσλειτουργίες έχουν προσλάβει πλέον μόνιμο χαρακτήρα. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει, η κυβέρνηση παραδέχεται αλλά παραπέμπει κάποια στιγμή στο μέλλον να διορθωθεί η κατάσταση, και τα παράδοξα καλά κρατούν:

Σχέδια νόμου για την αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων –και τα οποία δεν αποτελούν «προαπαιτούμενα» για αξιολογήσεις και τήρηση μνημονίων– διαρκώς εξαγγέλλονται και ουδείς τα βλέπει. Τόσο κατά την πρόσφατη συζήτηση επί του προϋπολογισμού όσο και με άλλες αφορμές, υπουργοί αναφέρονται σε προσεχείς νομοθετικές πρωτοβουλίες (ψυχική υγεία, ειδική εκπαίδευση κ.ά.), υποστηρίζοντας πως αν δεν έχουν ήδη κατατεθεί είναι επειδή «υπάρχει, εξαιτίας του δημοσιονομικού προγράμματος, βεβαρημένο νομοθετικό έργο».

Η αιτιολόγηση αυτή, ωστόσο, προσκρούει στην πραγματικότητα: Δεν είναι μόνο που όσοι παρακολουθούν τις εργασίες της Βουλής διαπιστώνουν πολυήμερα «κενά» μεταξύ μνημονιακών νομοσχεδίων. Είναι και η επίσημη παραδοχή πως «εξαιτίας της τακτικής των θεσμών καθυστερούν, ακόμα και για πολλούς μήνες, να έρθουν προς έγκριση αυτά τα μνημονιακά νομοθετήματα». Αμφότερα, εδραιώνουν την πεποίθηση πως είναι απλώς εξαιτίας της αδράνειας των αρμόδιων κυβερνητικών που δεν προωθούνται «τα άλλα» νομοσχέδια.

Ετσι και άπαντες, τώρα, αν κάτι αναμένουν, είναι μόνο το πακέτο (ή τα πακέτα) των νέων μέτρων που θα κριθούν ενδεχομένως αναγκαία για να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση ή για να προωθηθούν άλλες συμφωνίες – όπως επί παραδείγματι για τη συνέχιση της «συνεργασίας» με το ΔΝΤ.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, παγιώνεται και το έτερο αρνητικό φαινόμενο: στη συντριπτική τους πλειονότητα, τα νομοσχέδια συζητιούνται με συνοπτικές διαδικασίες. Ενδεικτικό είναι πως τα τελευταία που τέθηκαν προς ψήφιση, πλην εξαιρέσεων, χαρακτηρίστηκαν «επείγοντα» ή «κατεπείγοντα». Ως και τον Κανονισμό της Βουλής άλλαξαν για να φαίνονται οι επείγουσες διαδικασίες σχεδόν φυσιολογικές.

Aλλες αλλαγές στον Κανονισμό, όμως, που έχουν πολλάκις εξαγγελθεί εδώ και πολλούς μήνες και αφορούν τη βελτίωση των όρων λειτουργίας του Κοινοβουλίου, παραμένουν σχέδια επί χάρτου, και συνιστώντας μία από τις μεγάλες εκκρεμότητες, παραπέμπονται ασαφώς στο μέλλον.

Συγκριτικώς με όσα είχαν προγραμματιστεί από καιρό, το 2016 «κλείνει» και με μερικές άλλες διαψεύσεις: Από τις αρχές του φθινοπώρου υποτίθεται πως θα ετίθετο προς έγκριση από την Ολομέλεια το πόρισμα της ειδικής επιτροπής για τις γερμανικές οφειλές. Δεν έγινε.

Επίσης, έως τώρα θα έπρεπε –σύμφωνα με σχετικές εξαγγελίες– να έχουν δοθεί στη δημοσιότητα οι δηλώσεις «πόθεν έσχες» για μία ή και για δύο χρονιές. Δεν συνέβη. Τα τελευταία είχαν δημοσιοποιηθεί τον περασμένο Μάιο και αφορούσαν τη χρήση έτους 2012. Τις προάλλες δημοσιεύθηκε στη Διαφάνεια απόφαση εξόφλησης των ορκωτών λογιστών για την εξέταση των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης «χρήσης 2014». Και πλέον είμαστε στο κατώφλι του 2017.

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο ως προς τις μεγάλες εκκρεμότητες, είναι και πως εν μέσω εντάσεων παραπέμφθηκε μετά διάφορες αναβολές για τον Ιανουάριο η έκδοση πορίσματος της επιτροπής σχετικά με τον δανεισμό ΜΜΕ και κομμάτων.

Μια δεύτερη ανάγνωση αυτών των «εκκρεμοτήτων» οδηγεί μάλλον αβίαστα στο συμπέρασμα πως δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε «αθώο» ούτε άσχετο στοιχείο ως προς την περιρρέουσα προεκλογική ατμόσφαιρα.