ΠΟΛΙΤΙΚΗ

H επιστολή Δημ. Αβραμόπουλου για Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας

174s78avramp

Πρόταση για τη σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ) –με σημείο αναφοράς το αμερικανικό NSC, αντλώντας επίσης και από τα παραδείγματα άλλων χωρών– και τη συμμετοχή σε αυτό όχι μόνο του πρωθυπουργού και των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας αλλά και του υπουργού Οικονομικών και αρμοδίων υπουργών και κρατικών αξιωματούχων, ανάλογα με τις θεματικές, είχε κάνει στον Αντώνη Σαμαρά ο Δημήτρης Αβραμόπουλος ως υπουργός Εξωτερικών. Η πρόταση του Ελληνα επιτρόπου, την οποία παρουσιάζει η «Κ», είχε απευθυνθεί στον τότε πρωθυπουργό τον Σεπτέμβριο του 2012.

Σε αυτήν ο κ. Αβραμόπουλος σημείωνε ότι με τη σύσταση ενός ΣΕΑ δεν θα ανατρεπόταν ούτε θα καταργείτο η λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, «τα συμπεράσματα και οι θέσεις του οποίου, όπως προβάλλονται από τους μετέχοντες, αποτελούν μια πρόσθετη πηγή πληροφόρησης και συνεκτίμησης για το συμβούλιο». Ακόμη, διασαφήνιζε ότι το ΣΕΑ δεν θα υποκαθιστούσε το ΚΥΣΕΑ, «δύναται δε σε κάθε περίπτωση να συνδράμει μέσα από τις εισηγήσεις του και την επεξεργασία πληροφοριών και δεδομένων, να διευκολύνει τη λειτουργία του, όταν παρίσταται ανάγκη και τη λήψη των σχετικών αποφάσεων».

Στο υπόμνημά του προς τον κ. Σαμαρά ο κ. Αβραμόπουλος έκανε αναφορές σε χώρες με ΣΕΑ (ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Ισραήλ, Ρωσία, Γερμανία, Γαλλία) και κατέληγε ότι προέκρινε σε πρώτο χρόνο το ΣΕΑ να έχει συντονιστικό ρόλο, σε θέματα συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών, εκτιμήσεων και δεδομένων για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας. «Ο ρόλος αυτός αφορά το συμβούλιο ως όργανο και αυτόνομο οργανισμό, τη διοικητική του δηλαδή δομή και ανθρώπινο δυναμικό, και όχι τη σύνθεσή του, που είναι σκόπιμο να είναι μικρή και ευέλικτη», σημείωνε, τονίζοντας ότι στον σκληρό πυρήνα της σύνθεσής του πρέπει να μετέχουν ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί Εξωτερικών, Αμυνας και Οικονομικών, «δεδομένης και της δημοσιονομικής συγκυρίας, ενώ κατά περίπτωση, και με βάση τις ειδικές θεματικές, μπορούν να καλούνται οι αρμόδιοι υπουργοί και κορυφαίοι κρατικοί αξιωματούχοι (ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, οι αρχηγοί των επιτελείων, ο διοικητής της ΕΥΠ, οι αρχηγοί των Σωμάτων Ασφαλείας, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος)».

Σε δεύτερο χρόνο, τόνιζε, «η συλλογή και επεξεργασία των πληροφοριών θα γίνεται από εξειδικευμένα στελέχη-επιστήμονες του συμβουλίου», ενώ τα στελέχη του συμβουλίου πρέπει να έχουν πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες και πληροφορίες ενδιαφέροντός τους, να συλλέγουν τα σχετικά δεδομένα και να διατυπώνουν τις εισηγήσεις τους.

Φιλοσοφία της πρότασης

Σημείωνε δε περιγράφοντας τη φιλοσοφία της πρότασης: «Με την προτεινόμενη δομή και προσανατολισμό δράσης, αποτρέπεται η επικάλυψη αρμοδιοτήτων, η δημιουργία ενδοιασμών για σύγχυση ρόλων, οι “ανταγωνιστικές προσεγγίσεις” και οι ενστάσεις για ανατροπή της διάκρισης των εξουσιών και εξωθεσμικά κέντρα. Επιτυγχάνεται η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πληροφοριών, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για εξάλειψη των γραφειοκρατικών εμποδίων και δυστοκία στη συνεργασία των υπηρεσιών και τίθενται οι βάσεις για εμπεριστατωμένη ενημέρωση της ηγεσίας σε πρώτο χρόνο και κατά τρόπο που διευκολύνει τη χάραξη και υλοποίηση πολιτικής».