ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας απόδρασης

to-chroniko-mias-proanaggeltheisas-apodrasis

Ηταν 27 Μαΐου. Οι δύο εκ των τεσσάρων δραπετών της περασμένης εβδομάδας έμπαιναν στην κλούβα για να μεταφερθούν από τον Κορυδαλλό στο κτίριο Μεταγωγών. Ηταν η μόνη λύση που έβλεπαν οι υπάλληλοι της φυλακής και του υπουργείου ύστερα από σειρά γεγονότων που είχαν εκτυλιχθεί τους τελευταίους μήνες. Από εκεί θα μεταφέρονταν σε κάποια άλλη φυλακή της χώρας. Στην Πέτρου Ράλλη διαβιβάστηκε ο φάκελός τους, αλλά ουδείς ενημερώθηκε έστω και ανεπισήμως για το πλήρες ιστορικό τους. Εκτός από τις σοβαρότατες κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (ανθρωποκτονίες, ληστείες, οπλοκατοχή και οπλοχρησία), υπάρχουν και άλλες άγνωστες πτυχές της δράσης τους μέσα στη φυλακή που θα έπρεπε να γνωρίζουν όσοι ήταν υπεύθυνοι για τη φύλαξή τους. Η «Κ» φωτίζει την ιστορία μιας σχεδόν προαναγγελθείσας απόδρασης.

Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει στις 14 Μαΐου. Τότε, ένας εκ των τεσσάρων δραπετών –που τελικά συνελήφθη– έμπαινε στη γ' πτέρυγα του Κορυδαλλού. Είχε μόλις μεταφερθεί εκεί ύστερα από δική του επίμονη προσπάθεια και φαινόταν ικανοποιημένος. Τον περασμένο Μάρτιο, είχε συμμετάσχει στη θανάσιμη συμπλοκή στο ψυχιατρείου των φυλακών και τότε είχε μεταφερθεί στη φυλακή των Χανίων. Οταν ήρθε η ώρα να απολογηθεί στον ανακριτή, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο του Kορυδαλλού. Εκείνος όμως ήθελε να είναι στη δικαστική φυλακή και το ζητούσε επίμονα: «Θα είμαι φρόνιμος, θα μπω στο κελί μου και δεν θα ξαναβγώ από εκεί», είχε υποσχεθεί στους υπαλλήλους. Εκείνοι τον πίστεψαν. Ο ίδιος βέβαια μάλλον ήξερε πως δεν θα τηρούσε την υπόσχεσή του. Δεν πέρασαν λίγες ημέρες και μαζί με έναν συγκρατούμενό του –τον δεύτερο δραπέτη που παραμένει μέχρι σήμερα άφαντος– μπήκαν απρόσκλητοι σε ένα ξένο κελί.

Ο εκβιασμός

Μέσα σε λίγα λεπτά ακινητοποίησαν τον κρατούμενο Α.Τ. (η «Κ» έχει τα πλήρη στοιχεία του) και άρχισαν να τον χτυπούν. Δεν είχαν κάποια διαφορά να λύσουν, ζήτημα εάν γνωρίζονταν. Είχαν μάθει πως το θύμα έχει χρήματα και αυτός ήταν ένας εύκολος τρόπος να του αποσπάσουν κάποιο ποσό (του ζητούσαν 4.000 ευρώ και, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, κατάφεραν να τα «εισπράξουν»). 

Πρόκειται για άγρια τακτική, αυτή των εκβιασμών, η οποία, όπως είχε αποκαλύψει παλαιότερα η «Κ», συμβαίνει κατά κόρον τα τελευταία δύο χρόνια. Κρατούμενοι συχνά μεταφέρονται σε άλλα κελιά (πολλές φορές ακόμα και σε άλλες πτέρυγες), επιτίθενται σε έγκλειστους και τους ζητούν χρήματα, με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους να δηλώνουν ανήμποροι να τους προφυλάξουν. Ετσι και εκείνο το βράδυ, ανενόχλητοι οι δύο δράστες αλβανικής καταγωγής, τον χτυπούσαν και παράλληλα τον βιντεοσκοπούσαν με κινητό. Ολοι στην πτέρυγα καταλάβαιναν τι γινόταν, αλλά κανείς δεν αντιδρούσε.

Οι ημέρες περνούσαν και δεν υπήρξε κανένας πειθαρχικός έλεγχος για τους δύο δράστες, παρότι έγινε γνωστό το συμβάν και κυκλοφόρησε και το βίντεο του εκβιασμού. Την ημέρα των εκλογών, οι δύο αυτοί κρατούμενοι πέρασαν ανενόχλητοι στη δ' πτέρυγα και εκεί, στο κιγκλίδωμα, λογομάχησαν και στη συνέχεια πιάστηκαν στα χέρια με μια άλλη ομάδα κρατουμένων, επίσης αλβανικής καταγωγής. Η συμπλοκή έγινε γνωστή από ΜΜΕ και η εισαγγελέας έφθασε το ίδιο βράδυ στη φυλακή φοβούμενη εξέγερση. Την επομένη, αποφασίστηκε πως δεν θα μπορούσαν οι δύο άνδρες να παραμείνουν στον Κορυδαλλό. Δεν ήταν μόνον ο τελευταίος καβγάς, αλλά και παλαιότερες ιστορίες. Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει.

Ο ένας εκ των δύο –ο οποίος μέχρι την Παρασκευή παρέμενε ασύλληπτος– ήταν εκείνος που τον Μάρτιο του 2018 είχε μαστιγώσει έναν υπαρχιφύλακα στον Κορυδαλλό. Η επίθεση ήταν ουσιαστικά «τιμωρία», γιατί ο εν λόγω υπάλληλος ήταν επικεφαλής έρευνας που είχε εντοπίσει κινητά και ένα πάκο με 250 κάρτες SIM. Το επόμενο βράδυ, ο κρατούμενος και άλλοι ομοεθνείς του αρνήθηκαν να μπουν στα κελιά τους, ώστε να κλείσει η πτέρυγα για το βράδυ. «Ας έρθει αυτός να κλείσει το κελί αν τολμάει», φώναζαν για να τους ακούσει. Ο υπαρχιφύλακας ανέβηκε στην πτέρυγα, αλλά μπαίνοντας στο κελί δέχθηκε απειλές με μαχαίρι από τον συγκεκριμένο κρατούμενο, ο οποίος στη συνέχεια τον μαστίγωσε.

Αβοήθητος

Οταν ο 35χρονος υπάλληλος κατάφερε να ξεφύγει, κατέβηκε τρέχοντας στο θυρωρείο και επικοινώνησε με δύο αρχιφύλακες ζητώντας βοήθεια. Ο ένας του είπε πως ήταν μακριά, ο άλλος του είπε πως κάτι έκανε και δεν μπορούσε να έρθει. Η βοήθεια τελικά δεν ήρθε από συναδέλφους του, αλλά από μέλη των «Πυρήνων της Φωτιάς» που κατάφεραν να ρίξουν τους τόνους και να …κλείσει η φυλακή. Ο υπαρχιφύλακας, φοβούμενος και άλλα αντίποινα, αποφάσισε να μην αναφέρει το περιστατικό. Η ηγεσία, παρότι ενήμερη, αρχικά διέψευσε την είδηση. Στη συνέχεια, ζητήθηκε πειθαρχικός έλεγχος του κρατουμένου (ποινή δέκα ημερών σε απομόνωση), αλλά, όπως φαίνεται, συνέχισε ακάθεκτος τη δράση του.

Ο άλλος κρατούμενος –που δραπέτευσε αλλά συνελήφθη την περασμένη Δευτέρα– βρισκόταν μέχρι τις αρχές του περασμένου Μαρτίου στο ψυχιατρείο των φυλακών. Εκεί είχε ξεκινήσει καβγάς για έναν φαινομενικά ασήμαντο λόγο –ένα κομμάτι πίτσας στην τραπεζαρία– αλλά η φασαρία εκείνο το απόγευμα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις με έναν νεκρό και έντεκα τραυματίες. Οι δράστες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο των φυλακών, όπου συνέχισαν να αλληλομαχαιρώνονται. Οι υπάλληλοι κατέσχεσαν δέκα μαχαίρια.

Η πληροφορία που είχαν τότε οι φύλακες ήταν πως ο καβγάς στην πραγματικότητα ξεκίνησε ως ενός είδους αντιπερισπασμός. Στόχος ήταν μια απόδραση. Αυτό που ακουγόταν ήταν πως μέσα στο ψυχιατρείο είχαν «μπει» δύο όπλα, τα οποία θα τα χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια της φασαρίας για να πιάσουν δύο φύλακες ομήρους και να βγουν από την πύλη των εργαζομένων. Το σχέδιο φαίνεται πως αποτράπηκε λόγω διαφωνίας των δύο ομάδων. Οι εμπλεκόμενοι όμως, όπως προκύπτει από την εξέλιξη της ιστορίας, φαίνεται πως δεν το έβαλαν κάτω: ένας από τους πρωταγωνιστές του επεισοδίου στο ψυχιατρείο μεταφέρθηκε στη φυλακή νέων του Αυλώνα – είναι ο ίδιος κρατούμενος που απέδρασε (και τελικά συνελήφθη) τέλη Μαΐου, μόλις δύο εβδομάδες πριν από την απόδραση από το Μεταγωγών.