ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ανεκτίμητη αξία της στιγμής έναντι του φόβου της λήθης

i-anektimiti-axia-tis-stigmis-enanti-toy-fovoy-tis-lithis-2338951

Παρασκευή μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας και τέσσερα ζευγάρια μάτια κοιτούν άλλοτε με ανυπομονησία και άλλοτε με απορία από το τζάμι του πολυχώρου «Σχεδία Home» τον κόσμο να περνά βιαστικός. Πάει καιρός από τότε που οι τέσσερις ηλικιωμένοι, τρόφιμοι της μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων «Νέα Θάλπη», που πάσχουν από Αλτσχάιμερ, μπορούσαν να πραγματοποιήσουν ανεξάρτητοι μια έξοδο στην καρδιά της πόλης για φαγητό. Τώρα, ντυμένοι με τα καλά τους, περιμένουν τον σύντροφο, το παιδί ή τα εγγόνια τους, για να φάνε παρέα… όπως παλιά – ή έστω στο κλίμα μιας προϋπάρχουσας οικειότητας.

«Οι συγγενείς τους αδημονούσαν πολύ περισσότερο ενόψει της σημερινής συνάντησης», εξηγεί στην «Κ» ο δρ Δημήτρης Καμπανάρος, ψυχολόγος-γεροντολόγος και ιδιοκτήτης της πρότυπης μονάδας. «Στους ίδιους τους ηλικιωμένους το έχουν βεβαίως ανακοινώσει εδώ και ημέρες, ωστόσο λόγω των κενών μνήμης το είχαν εν πολλοίς ξεχάσει». Η ιδέα του δρος Καμπανάρου ήταν να δώσει διαφορετική διάσταση στην Παγκόσμια Ημέρα Αλστχάιμερ, πέρα από τη στερεοτυπική. «Ζητούμενο ήταν αφενός οι ασθενείς να βγουν εκτός της μονάδας αφετέρου οι συγγενείς να μπορέσουν να απολαύσουν κάποιες στιγμές μαζί τους, χωρίς το άγχος της συνεχούς επίβλεψης και φροντίδας τους, καθώς πέρα από τη μεταφορά των ηλικιωμένων έως εδώ, νοσηλευτές μας υποστηρίζουν όσους χρειάζονται βοήθεια στη διαδικασία του φαγητού». Η επιλογή, άλλωστε, του χώρου δεν ήταν τυχαία. «Επιλέξαμε τη “Σχεδία Home” αφενός επειδή παρέχει προσβασιμότητα σε ανθρώπους που κινούνται με αμαξίδια, αφετέρου επειδή η επικρατούσα φιλοσοφία είναι αυτή της αλληλεγγύης», σημειώνει, από την πλευρά της, η υπεύθυνη επικοινωνίας Κωνσταντίνα Τασσοπούλου.

Δεν ήταν λίγοι, ωστόσο, οι συγγενείς που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον εν λόγω εναλλακτικό τρόπο εορτασμού της παγκόσμιας ημέρας. «Πολλοί το θεώρησαν μεγάλη ταλαιπωρία αλλά και ρίσκο, φοβούμενοι ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά», επισημαίνει ο δρ Καμπανάρος, «οι περισσότεροι, ωστόσο, δεν μπορούσαν να το διαχειριστούν συναισθηματικά: ήθελαν να κρατήσουν ζωντανή στη μνήμη τους την τελευταία φορά που γευμάτισαν με τον άνθρωπό τους, όσο ήταν καλά, ενώ πολλοί ακόμα δεν έχουν αποδεχθεί την ασθένεια και βιώνουν κάποιο στάδιο του πένθους». Οι παραπάνω ενδοιασμοί είναι εύλογοι. «Παλαιότερα διοργανώναμε ημερήσιες εκδρομές με τους τροφίμους μας, που απαιτούσαν μεγάλο κόπο εκ μέρους μας, οι ίδιοι φαίνονταν να τις απολαμβάνουν πολύ, όταν όμως επιστρέφαμε τους πλησίαζα για να μου πουν τις εντυπώσεις τους, εκείνοι δεν θυμούνταν τίποτα», διηγείται ο ίδιος, «ήταν ένα πολύ ματαιωτικό συναίσθημα, από το οποίο με πολλή δουλειά θωρακίζεσαι». Το προσωπικό της «Νέας Θάλπης» καταβάλλει μέγιστη προσπάθεια προσφέροντας στους τροφίμους συνεχώς ερεθίσματα, προκειμένου εκείνοι να μην αφεθούν στη λήθη. «Είναι για εμάς ένα στοίχημα, να μην επιτρέψουμε στον φόβο να εμποδίζει την κοινωνικοποίησή τους», αναφέρει η ψυχολόγος της δομής Φαίη Ευθυμιοπούλου. «Το στίγμα για τους ανθρώπους που πάσχουν από τη νόσο, ο αριθμός των οποίων συνεχώς αυξάνεται, παραμένει ισχυρό».

Καθώς, όμως, οι παραγγελίες δίνονται και τα πιάτα καταφθάνουν, ο γιος μιας ασθενούς πιάνει στο ακορντεόν σκοπούς περασμένων δεκαετιών και το κέφι δεν αργεί να ανάψει. Κάποιος ηλικιωμένος αρχίζει να τραγουδά, άλλος κρατά σφιχτά το χέρι της αγαπημένης του συζύγου, που πλέον κινείται με αμαξίδιο, μια κυρία θα πάρει αγκαλιά τη νοσηλεύτρια της, που τόσο της έχει συμπαρασταθεί. «Οταν εργάζεσαι με ανθρώπους που έχουν άνοια, αντιλαμβάνεσαι την αξία της στιγμής, του παρόντος, της μοναδικής διάστασης του χρόνου που τους ανήκει ολοκληρωτικά», καταλήγει ο δρ Καμπανάρος. «Οι υπόλοιποι θα θυμόμαστε τη σημερινή ημέρα, εκείνοι θα τη λησμονήσουν σύντομα, αλλά απολαμβάνουν το τώρα».