ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα παιδιά ήταν συνηθισμένα «στο μέσα»

gkat_06_0404_page_1_image_0002

Ολοι είδαμε πόσο δύσκολο είναι να βρισκόμαστε σε καραντίνα. Κλεισμένοι στο σπίτι, χωρίς εξόδους και συγχρωτισμό με τους αγαπημένους μας φίλους. Είναι περίεργο, αλλά με αφορμή τα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας, οι γονείς έχουν τη σπάνια ευκαιρία να… ζήσουν και οι ίδιοι τον «εγκλεισμό» που επιβάλλεται στα παιδιά στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από την πανδημία του κορωνοϊού.

Την ενδιαφέρουσα αυτή επισήμανση κάνει στην «Κ» η παιδιατρική εργοθεραπεύτρια και επιστημονική υπεύθυνη του «Παίζοντας», ΜΚΟ που έχει στόχο τη διασφάλιση του δικαιώματος των παιδιών στο παιχνίδι, Ελίντα Καλπογιάννη. Οπως λέει, μπορεί για τους μεγάλους να είναι πρωτόγνωρη αυτή η κατάσταση, αλλά τα παιδιά στη χώρα μας ήταν σε μεγάλο βαθμό ούτως ή άλλως κλεισμένα στους τέσσερις τοίχους. «Το “έξω” δεν υπάρχει. Το παιχνίδι σε εξωτερικό χώρο έχει περιοριστεί πολύ». Φυσικά, ένας σημαντικός λόγος είναι η έλλειψη χώρου για παιχνίδι. «Οι άτυποι χώροι παιχνιδιού –οικόπεδα, δρόμοι– είτε δεν υπάρχουν είτε δεν είναι ασφαλείς. Οι παιδικές χαρές είναι λίγες και μάλλον κακοφτιαγμένες, χωρίς φαντασία. Δεν προάγουν το παιχνίδι, είναι φασόν, συγκεκριμένο δάπεδο, μια τσουλήθρα, μια κούνια και τέλος». Οι παιδικές χαρές, επιπλέον, απευθύνονται σε πολύ συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες. «Για μερίδα παιδιών, για τα μεγαλύτερα παιδιά και τους εφήβους, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη. Αν μάλιστα κάποιο παιδί δεν είναι ιδιαίτερα αθλητικό, ώστε να παίξει στο γηπεδάκι, δεν προβλέπεται γι’ αυτό καμία διέξοδος». Η νοοτροπία τού «καλύτερα μέσα» διαφαίνεται και στις σχολικές αυλές, οι οποίες επίσης είναι κατά κύριο λόγο τσιμεντένιες, χωρίς φυσικά στοιχεία, υλικά με τα οποία τα παιδιά μπορούν να απασχοληθούν. «Ενα άδειο τσιμεντένιο μέρος αντικειμενικά δεν προάγει πλούσια διαδικασία. Ετσι βλέπουμε απλώς παιδιά να… μαλώνουν, προκειμένου να απασχοληθούν. Αλλιώς τα αγόρια θα είναι στις μπασκέτες, χώρος στον οποίο συχνά τα κορίτσια δεν έχουν καν πρόσβαση».

Δεν είναι όμως μόνο θέμα χώρου. «Είναι και θέμα χρόνου. Ο χρόνος των παιδιών έχει συρρικνωθεί», εξηγεί η κ. Καλπογιάννη. «Τα παιδιά πηγαίνουν όλο και μικρότερα σε προσχολικά πλαίσια, ενώ στο σπίτι δεν υπάρχει κάποιος να τα συνοδεύσει στο παιχνίδι έξω. Οι γονείς εργάζονται, συχνά εργάζονται και οι παππούδες. Ετσι ξεκινάνε οι δραστηριότητες. Παιδιά 4 ετών έχουν τέσσερις εξωσχολικές δραστηριότητες. Ο χρόνος για αυτοδιάθεση συρρικνώνεται, το ίδιο λοιπόν και ο χρόνος για παιχνίδι έξω». Μεγαλώνοντας, τα παιδιά πηγαίνουν από το σπίτι στο σχολείο, από εκεί στις δραστηριότητες και πάλι πίσω. «Πολλά παιδιά δεν βγαίνουν για μέρες έξω να παίξουν».

Είναι και θέμα κουλτούρας, νοοτροπίας. Οι γονείς στην Ελλάδα φοβούνται το «έξω». Αν βγουν έξω τα παιδιά, «θα χτυπήσουν», «θα λερωθούν», «θα κρυώσουν». Πρέπει να τα προστατεύσουν από όλους αυτούς τους κινδύνους. «Εχουμε κάνει πολλές συνεργασίες με πολύ “κρύες” χώρες, όπως η Νορβηγία και η Ισλανδία. Οταν τους λέμε ότι τα παιδιά στην Ελλάδα δεν βγαίνουν έξω για παιχνίδι με 15 βαθμούς Κελσίου, γελάνε. “Μείον 15;” ρωτάνε. Η τάση στην Ελλάδα είναι για μέσα, μολονότι η κρίση με τον κορωνοϊό αποδεικνύει ότι μέσα είναι που κινδυνεύει περισσότερο κάποιος. Επίσης, δεν είναι δυνατόν να γίνεται ζήτημα ότι γρατζουνίστηκε ένα παιδί στο σχολείο. Τα παιδιά κάνουν μελανιές. Αν θες να κάνεις ποδήλατο, θα πέσεις. Τι τους διδάσκουμε δηλαδή; Οτι είναι κακό να αποτυγχάνεις;».

Τελικά, φαίνεται ότι δεν αξιολογούμε ως σημαντικό το εξωτερικό παιχνίδι. «Θεωρούμε σημαντικό το παιδί να κάνει μάθημα. Κι όμως, είναι λιγότερο σημαντικό να παίζω με τους φίλους μου και να είμαι σε μια ομάδα από το να μάθω την αλφαβήτα όσο πιο νωρίς γίνεται; Μήπως η διάθεση να προστατεύσουμε τα παιδιά είναι ένας μανδύας που κρύβει άλλες παθογένειες;». Η κουλτούρα τού «μέσα» πάντως έχει αποδειχθεί ότι εκθέτει τα παιδιά σε άλλους κινδύνους και σε ασθένειες που δεν «κολλάνε», όπως ο διαβήτης και η παχυσαρκία. Η Ελλάδα ως γνωστόν βρίσκεται στις 3 χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας.

«Κάνουμε πάρα πολύ μεγάλη φασαρία τώρα για τον εαυτό μας που δεν βλέπουμε τους φίλους μας, αλλά τόσο καιρό δεν βλέπαμε ότι και τα παιδιά μας πέρναγαν τα ίδια. Το παιχνίδι τους είναι με ραντεβού, το γνωστό play date». Και καταλήγει η κ. Καλπογιάννη: «Ελπίζω πως, έχοντας βιώσει και οι ενήλικοι τις επιπτώσεις της έλλειψης κοινωνικής συναναστροφής, του περιορισμού της ελεύθερης μετακίνησης, της απώλειας του αισθήματος αυτοδιάθεσης, της περιορισμένης επαφής με τη φύση και της υπερβολικής χρήσης της τεχνολογίας, να επενδύσουμε σε διαφορετικούς τρόπους όταν πια βγούμε από όλα αυτά. Η υγεία, η ανάπτυξη, η μάθηση είναι ταυτόσημες με το δικαίωμα των παιδιών στο παιχνίδι, το παιχνίδι έξω, το παιχνίδι με φίλους, το αυτοκατευθυνόμενο παιχνίδι για τη χαρά του παιχνιδιού… Ας γίνει ο κορωνοϊός ένα ξυπνητήρι, πριν να είναι πολύ αργά».