ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Συνεχής ροή ασθενών, λίγοι και εξαντλημένοι γιατροί

synechis-roi-asthenon-ligoi-kai-exantlimenoi-giatroi-561187291

Η εικόνα θυμίζει πολεμικές επιχειρήσεις: από τις 5 Νοεμβρίου η ηγεσία του ΕΚΑΒ βρίσκεται στη Βόρεια Ελλάδα αναζητώντας με τους «ΥΠΕάρχες» (επικεφαλής των υγειονομικών περιφερειών) κλίνες για όσους καινούργιους ασθενείς με COVID-19 προσέρχονται στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, είτε οργανώνοντας διακομιδές είτε αναζητώντας τις λιγοστές ενισχύσεις από τον ιδιωτικό τομέα της υγείας. Και δεν είναι οι μόνοι σε αυτή την «πυροσβεστική επιχείρηση», όπως την αποκαλεί ο καθηγητής Γιάννης Κυριόπουλος. Ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, ύστερα από ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που πήρε, τηλεφωνεί στο νοσοκομείο των Σερρών για να δώσει τεχνικές συμβουλές στο προσωπικό του, που «μετράει» ήδη βαριές απώλειες ασθενών.

Ιδια κατάσταση επικρατεί και στη γειτονική Δράμα. Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση του νοσοκομείου έχει επιβάλει «γενικό σιωπητήριο», καθένας στην πόλη των 40.000 ανθρώπων γνωρίζει οικογένειες που έχουν αρρωστήσει και κάποιον που υπέκυψε στη νόσο. Ο θάνατος της 59χρονης διευθύνουσας της νοσηλευτικής υπηρεσίας στο νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης ήταν καμπανάκι για όλους. Στο νοσοκομείο, σύμφωνα με δύο μαρτυρίες γιατρών στην «Κ» (μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας), αναπτύχθηκαν 120 κρεβάτια σε τρεις κλινικές COVID-19, προστέθηκαν 20 ράντζα, ενώ διασωληνώσεις έγιναν ακόμα και στα χειρουργεία. «Το πρόβλημα οξύνθηκε όταν άρχισαν να κολλάνε ο ένας μετά τον άλλον τα μέλη του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού», λέει ο πιο παλιός της ομάδας. Το «κέντρο» έκανε προσπάθειες να τονώσει το ηθικό των 30 κλινικών γιατρών του νοσοκομείου «στέλνοντας» υπουργούς, μέλη της επιτροπής λοιμωξιολόγων και γιατρούς από τη Θεσσαλονίκη. Πήγαιναν, έβλεπαν, συμβούλευαν, έφευγαν. Την περασμένη Πέμπτη η πόλη μετρούσε 100 νεκρούς, 75 στο νοσοκομείο Δράμας και τους υπόλοιπους στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και στο «Αττικόν». Η Δράμα και η Πέλλα (αλλά και η Πιερία) είναι οι πιο επιβαρυμένοι νομοί της χώρας.

Κι ενώ ο κρίσιμος δείκτης Rt δείχνει να έχει πέσει, η πτώση της θερμοκρασίας και ο χειμώνας δεν διευκολύνουν τη γρήγορη υποχώρηση της πανδημίας, όπως συνέβη την περασμένη άνοιξη. Ετσι, ενώ τον Σεπτέμβριο στη Θεσσαλονίκη ο δείκτης μειώθηκε από 2,7 στο πρώτο κύμα μετά τις διακοπές στο 0,8, τώρα έμεινε για αρκετό διάστημα «καρφωμένος» στο 2 με 1,8, παρά τα μέτρα του lockdown. Κι αυτό, αφενός λόγω της πτώσης της θερμοκρασίας, αφετέρου επειδή το ένα μέλος του νοικοκυριού κολλούσε το άλλο, σύμφωνα με εκτιμήσεις δύο μελών της 31μελούς επιτροπής των λοιμωξιολόγων.

Φυσικά δεν λείπουν οι καλές ειδήσεις από τα παλαιά νομαρχιακά νοσοκομεία της χώρας, που «μετρούν» το 40% των απωλειών αυτού του φονικού δεύτερου κύματος. Ο επικεφαλής της ιατρικής υπηρεσίας του νοσοκομείου Βόλου Ηλίας Καραμέτος ανακοίνωσε αμέσως στον υφυπουργό Υγείας Βασίλη Κοντοζαμάνη την αποσωλήνωση ενός 52χρονου από τη ΜΕΘ του «Αχιλλοπούλειου». Μια όχι ασήμαντη λεπτομέρεια είναι ότι «ο ασθενής αυτός χρειάσθηκε να νοσηλευθεί ένα μήνα στη ΜΕΘ» σε ένα νοσοκομείο που, παρά τις ενισχύσεις της φετινής χρονιάς, δουλεύει στο «κόκκινο» όλον τον τελευταίο μήνα. Στην ενημέρωση που έκανε την περασμένη Δευτέρα ο κ. Κοντοζαμάνης και παρουσίασε τις πληρότητες στις ΜΕΘ των 7 ΥΠΕ της χώρας, δύο, η Ε΄ στην Κεντρική Ελλάδα και η Γ΄ στη Μακεδονία, δεν είχαν κρεβάτι ελεύθερο: 87 στα 87 η Ε΄ και 146 στα 146 η Γ΄.

Οπου και να πήγε ο κ. Κοντοζαμάνης, ο οποίος επισκέφθηκε νοσοκομεία στη Βόρεια και στην Κεντρική Ελλάδα, αντίκρισε γιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό σε ακραία εξάντληση: με εβδομάδες χωρίς ύπνο, με καταπονημένο ηθικό και ψυχολογικά καταβεβλημένο από τις συχνά μάταιες προσπάθειες να σώσουν ανθρώπινες ζωές. 

Το εμβόλιο

Ακόμη και αν το προσωπικό εμβολιασθεί στις αρχές Ιανουαρίου, ώς την ανοσία θα χρειασθούν 28 ημέρες, το σύστημα πρέπει να αντέξει άλλους –τουλάχιστον– δύο μήνες από σήμερα, ανάμεσα στην υγειονομική Σκύλλα και την οικονομική Χάρυβδη. Μόνο η αποσυμφόρηση των κλινικών σε νοσοκομεία όπως του Βόλου θα χρειασθεί ένα 15νθήμερο, αν εν τω μεταξύ δεν ξανανοίξει καμία δραστηριότητα. Γιατί για ανθρώπους όπως ο διευθυντής της ιατρικής υπηρεσίας στον Βόλο, το πρόβλημα της αναζήτησης ειδικευμένου προσωπικού είναι άλυτο. Αναισθησιολόγοι δεν υπάρχουν ούτε για ειδικότητα, ενώ ο πιο «σπάνιος άνεργος» στη χώρα είναι γιατρός με ειδικότητα εντατικολογίας (δύο ειδικότητες που χρειάζονται για τις ΜΕΘ). Και αυτό, παρά το γεγονός ότι το ΕΣΥ συνεχίζει να αμείβει τους γιατρούς αυτών των κλινικών χαμηλότερα απ’ ό,τι ακτινολόγους και γιατρούς άλλων τμημάτων. Η ειδικότητα της αναισθησιολογίας συρρικνώνεται, όπως καταγράφει η Εταιρεία Αναισθησιολογίας και Εντατικής Ιατρικής Βορείου Ελλάδος, από το 2010, καθώς τότε άρχισαν να συνταξιοδοτούνται όσοι είχαν διορισθεί στο ΕΣΥ το 1984. Στο νοσοκομείο «Παπανικολάου» της Θεσσαλονίκης υπηρετούν μόλις 14. Το 2019 στη Γ΄ και Δ΄ ΥΠΕ (και οι δύο της Μακεδονίας), 40% των θέσεων των αναισθησιολόγων ήταν κενές. Τον Φεβρουάριο του 2020 προκηρύχθηκαν 27 μόνιμες θέσεις αλλά διορίσθηκαν μόνο 17, καθώς για τις 10 δεν υπήρξαν υποψηφιότητες. Για τους νέους γιατρούς η ειδικότητα στην Ελλάδα δεν είναι ελκυστική, καθώς το 2017 υπηρετούσαν 62 ειδικευόμενοι αναισθησιολόγοι στις ΥΠΕ της Μακεδονίας και το 2019 μόλις 48. Με απλά λόγια, ακόμα και αν το κράτος είχε όλα τα μέσα για να στελεχώσει τις ΜΕΘ με τις κατάλληλες ειδικότητες, αυτές δεν υπάρχουν πλέον στη χώρα. Ασκούν την ιατρική αλλού.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2020, η πρόεδρος της Εταιρείας Αναισθησιολογίας Βορείου Ελλάδος Θεοδώρα Αστέρη είχε στείλει ανοικτή επιστολή στον υπουργό Υγείας Βασίλη Κικίλια ζητώντας να μην εξαιρεθούν οι αναισθησιολόγοι από την προκήρυξη για τη στελέχωση των ΜΕΘ της 7ης ΥΠΕ. Η λύση αυτή είχε επιλεγεί από το υπουργείο για να μη διαταραχθεί η λειτουργία άλλων κλινικών που χρειάζονται αναισθησιολόγους. Τελικά, έτσι όπως ήλθαν τα πράγματα, οι αναισθησιολόγοι βρέθηκαν στις ΜΕΘ ακόμα και αν δεν ανήκαν σε αυτές.