ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι νοσοκομειακοί σκεπτικιστές του εμβολιασμού

oi-nosokomeiakoi-skeptikistes-toy-emvoliasmoy-561207067

Πώς είναι δυνατόν ο νομός Λαρίσης με 347 κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους (σχεδόν τέσσερις φορές πάνω από το όριο την τελευταία εβδομάδα) να εμφανίζει μόλις το 30% του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού έτοιμο να εμβολιασθεί; Γιατροί στα νοσοκομεία της Λάρισας σημείωναν ότι ένας από τους λόγους αυτού του χαμηλού ποσοστού είναι πως δόθηκε ελάχιστος χρόνος στους «υγειονομικούς να αντιδράσουν», όπως σημείωσε ο ορθοπεδικός και πρώην βουλευτής Κώστας Μπαργιώτας που δουλεύει σε ένα από τα δύο νοσοκομεία της πόλης. 

Ο καθηγητής Πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Κώστας Γουργουλιάνης σημειώνει στην «Κ» ότι η ανταπόκριση στις κλινικές αιχμής COVID-19 (πνευμονολογικές, παθολογικές, επείγοντα) είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κλινικές που δεν αντιμετώπισαν άμεσα την πανδημία. «Πολλοί συνάδελφοι παίρνουν και ρωτούν αν πρέπει να το κάνουν ή όχι», λέει ο κ. Γουργουλιάνης. 

Σε ορισμένα άλλα περιφερειακά νοσοκομεία, όπως π.χ. στο Αχιλλοπούλειο, το ποσοστό συναίνεσης στον εμβολιασμό δεν ξεπερνάει το 50%, όμως πηγές του νοσοκομείου σημειώνουν ότι στους γιατρούς το ποσοστό είναι αρκετά υψηλότερο.  «Δεν έχει γίνει συστηματική δουλειά στο να πειστεί ο κόσμος», είπε στην «Κ» γιατρός του νοσοκομείου, που ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος, καθώς δεν είχε σχετική εξουσιοδότηση για να τοποθετηθεί δημόσια.

Σύμφωνα με πληροφορίες, από την 5η Υγειονομική Περιφέρεια σε σύνολο 1.011 εργαζομένων, στο Αχιλλοπούλειο του Βόλου (στον αριθμό αυτό εκτός από τους γιατρούς συμπεριλαμβάνονται συμβασιούχοι, διοικητικοί υπάλληλοι, καθαρίστριες κ.λπ.) συνολικά στον εμβολιασμό δήλωσαν συμμετοχή 428 άτομα, περίπου το 40%. Από τους 214 γιατρούς του νοσοκομείου (με κάθε σχέση εργασίας) 167 (69%) δήλωσαν ότι θέλουν να εμβολιασθούν. Καλύτερη εικόνα παρουσιάζεται και στα κεντρικά νοσοκομεία της πρώτης ΥΠΕ της Αθήνας. Στο «Σωτηρία» από το σύνολο των 1.800 εργαζομένων, 1.212 άτομα, δηλαδή ποσοστό άνω του 65%, είχαν δηλώσει τρεις μέρες πριν από τα Χριστούγεννα ότι θα εμβολιασθούν. Ο διοικητής του νοσοκομείου Σωκράτης Μητσιάδης έχει βάλει «μπροστά» τους επικεφαλής των κλινικών έτσι ώστε να δώσουν το παράδειγμα και στους νεότερους γιατρούς και νοσηλευτές. Κάποιοι από τους τελευταίους, ιδιαίτερα οι νεότεροι, μοιάζουν πιο επιφυλακτικοί στον εμβολιασμό, σύμφωνα με στοιχεία που άντλησε η «Κ» από τρεις κλινικές του νοσοκομείου. 

Το σύνολο των υγειονομικών της χώρας (ΕΣΥ) είναι 121.000 και στην ηγεσία του υπουργείου Υγείας πιστεύουν ότι αν αρχίσουν κάποιοι από αυτούς να εμβολιάζονται θα τους ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι. Στο σάιτ του υπουργείου Υγείας μέχρι την Τετάρτη ήταν ανηρτημένο ένα κείμενο για την τεχνική των εμβολιασμών, αλλά κανένα κείμενο για την «προτεραιοποίηση» των εμβολιασμών σε αντίθεση π.χ. με χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία. Η τελευταία δημοσίευσε την απόφαση της επιτροπής εμβολιασμών για την προτεραιοποίηση των ομάδων που θα εμβολιασθούν ήδη από τις 18 Δεκεμβρίου. Κυβερνητικοί παράγοντες κατηγορούσαν μέλη της επιτροπής εμβολιασμών για «ιατροκεντρική προσέγγιση» που «στόχευε στην κάλυψη των γιατρών, αγνοώντας άλλα τμήματα του πληθυσμού». Να σημειωθεί ότι στην πρώτη ομάδα των πολιτών που θα εμβολιασθούν κατά προτεραιότητα στη Γερμανία είναι οι γιατροί κλινικών COVID-19, ΜΕΘ και ΤΕΠ μαζί με το νοσηλευτικό προσωπικό αυτών των κλινικών και μονάδων αλλά όχι το σύνολο του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού. Οι ομάδες που παίζουν ρόλο για τη διατήρηση της λειτουργίας των νοσηλευτικών μονάδων αλλά δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης της πανδημίας συμπεριλαμβάνονται στις «ομάδες προτεραιότητας 2, 3, 4» σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες της γερμανικής επιτροπής εμβολιασμού της 22ας Δεκεμβρίου. 

Το χρονοδιάγραμμα

Στον σχεδιασμό του υπουργείου Υγείας εμφανίζεται ο εμβολιασμός προσωπικού μονάδων που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση της COVΙD-19 να απέχει χρονικά έναν μήνα από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού όλων των υπόλοιπων υπηρετούντων στο ΕΣΥ. Ο εμβολιασμός του προσωπικού των πρώτων μονάδων σχεδιάζεται να έχει ολοκληρωθεί (πρώτη και δεύτερη δόση του εμβολίου) την τρίτη εβδομάδα του Ιανουαρίου έναντι της τρίτης εβδομάδας του Φεβρουαρίου που θα ολοκληρωθεί ο εμβολιασμός για τη δεύτερη πολύ μεγαλύτερη ομάδα. Εδώ, βεβαίως, σημειώνουν στελέχη των ΥΠΕ, απομένει να διευκρινιστούν ορισμένα κρίσιμα ζητήματα, όπως π.χ. τι θα συμβεί με κλινικές ή γιατρούς που πλέον έχουν μετατραπεί σε πεδία αντιμετώπισης του ιού. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ο κυβερνητικός σχεδιασμός αντιμετωπίζει αυτές τις κλινικές ως COVID-19 και τους γιατρούς και νοσηλευτές ως υπηρετούντες σε τέτοιες κλινικές, ανεξαρτήτως ειδικότητας ή προέλευσης πριν ενταχθούν στο προσωπικό της συγκεκριμένης κλινικής. 

Σημειώνεται ότι το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) αναφέρει σε έκθεσή του για την προτεραιοποίηση των εμβολιασμών, ότι το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό που έρχεται σε επαφή με ευπαθείς ομάδες έχει τρεις με τέσσερις φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να νοσήσει με κορωνοϊό από ό,τι η υπόλοιπη κοινότητα. Το ECDC, πάντως, υπογραμμίζει ότι η προτεραιοποίηση πρέπει να επικεντρωθεί σε εργαζομένους του χώρου της Υγείας που εργάζονται σε «μεταμοσχευτικά κέντρα, αιματολογικές κλινικές, κλινικές COVID-19 και ΜΕΘ». 

Οι συντάκτες της σχετικής έκθεσης επισημαίνουν ότι «αν το εμβόλιο δεν εμποδίζει τη μετάδοση του ιού, τότε ο εμβολιασμός των εργαζομένων στον χώρο της Υγείας προστατεύει τους ίδιους από πιθανούς ασθενείς με τον ιό». Αν τα εμβόλια δεν είναι αρκετά, τότε η προτεραιοποίηση όσων εργάζονται στον τομέα της Υγείας και είναι άνω των 60 ετών με ταυτόχρονο υποκείμενο νόσημα αποτελεί προτεραιότητα. Τα κριτήρια της επιλογής του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού για να εμβολιασθεί κατά προτεραιότητα πρέπει να είναι η κατάσταση της υγείας, η ηλικία και ο βαθμός έκθεσης σε ασθενείς με COVID-19.