ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ

Μια παλαιότερη αποτυχημένη εμβολιαστική καμπάνια

Οι διαφορές από τον Η1Ν1 το 2009

mia-palaioteri-apotychimeni-emvoliastiki-kampania-561214675

Ο ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής, Τάκης Παναγιωτόπουλος, ένας από τους βετεράνους των ελληνικών εκστρατειών εμβολιασμού, λέει ότι «η δημόσια υγεία χρειάζεται συναίνεση και εμβολιαστικές εκστρατείες όπως αυτή της COVID-19 χρειάζονται κοινωνική συμφωνία για να πετύχουν». Συγκρίνοντάς τη με την εμβολιαστική εκστρατεία του H1N1 του 2009-2010, ο κ. Παναγιωτόπουλος σημείωσε στην «K» ότι «δεν είμαστε όπως το 2009, χωρίς να σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε άριστο σημείο». Ο ίδιος, μέλος της εθνικής επιτροπής εμβολιασμών, τόνισε ότι τώρα έχουν βελτιωθεί τέσσερις σημαντικές παράμετροι:

• «Ενα μέρος του ιατρικού σώματος έχει σήμερα άλλη στάση σε σχέση με το 2009-2010», όταν τότε ξιφουλκούσε κατά των εμβολίων της γρίπης. Καθώς η Ελλάδα βρισκόταν σε μία ταραγμένη πολιτικά περίοδο, ο εμβολιασμός συνέπεσε χρονικά με την πολιτική αλλαγή του 2009 και με τις κατηγορίες για τους όρους προμήθειας των εμβολίων από τέσσερις προμηθευτές. Τα εμβόλια δεν ήταν τόσο αποτελεσματικά όσο τα σημερινά κατά του κορωνοϊού.

• «Η πρωτοβάθμια φροντίδα έχει μπει στο παιχνίδι». Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε σε εργασία του ο κ. Παναγιωτόπουλος τον Μάρτιο του 2010, μετά το πρώτο κύμα εμβολιασμών κατά της γρίπης στη χώρα μας, στο πρώτο εξάμηνο είχαν εμβολιασθεί 364.000 άνθρωποι, δηλαδή μόλις το 3,4% του πληθυσμού. Από αυτούς, 228.000 είχαν εμβολιασθεί στα νοσοκομεία του ΕΣΥ, 59.000 στα κέντρα υγείας, 36.000 στο ΙΚΑ, 7.000 σε ιδιωτικές κλινικές, 9.000 σε στρατιωτικά νοσοκομεία, 12.000 σε δημοτικά ιατρεία και 13.000 σε νομαρχιακά ιατρεία.

Ενα από τα δυσκολότερα προβλήματα εκείνου του εμβολιασμού, σύμφωνα με άλλο μέλος της εθνικής αρχής εμβολιασμών που ήθελε να διατηρήσει την ανωνυμία του, ήταν η συγκέντρωση ανθρώπων για εμβολιασμό στα δημόσια νοσοκομεία. «Από ένα σημείο και μετά, μέσα στον χειμώνα δημιουργούσαμε ιδανικές συνθήκες διασποράς σε αυτές τις μεγάλες δομές που ήταν και νοσοκομεία», είπε στην «Κ». Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και σήμερα, με κάποιες χώρες της Ε.Ε. να έχουν δημιουργήσει μεγάλα «εμβολιαστικά εργοστάσια, όπως η Γερμανία, που είναι μεν φθηνότερα, αλλά μπορεί για άλλους λόγους να αποδειχθούν αναποτελεσματικά». Αντιθέτως, χώρες του Νότου όπως η δική μας και η Ισπανία, δίνουν μεγάλη σημασία εξαιτίας της γεωγραφικής και διοικητικής τους ιδιομορφίας στο «αποκεντρωμένο μοντέλο».

• Σήμερα, η εθνική επιτροπή εμβολιασμών έχει επεξεργασθεί και συντάξει ένα δικό της εγχειρίδιο προς τους εμβολιαστές, όπου έχει συγκεντρωμένη όλη τη σχετική τεχνογνωσία. Το εγχειρίδιο αποτελείται από 34 σελίδες συν βιβλιογραφία, περιλαμβάνει οδηγίες κατασκευής των εμβολίων, απόρριψης των υλικών ακόμα και αλγόριθμο για τις αναφυλαξίες. Επίσης, έχει συμφωνηθεί και δοθεί στην επιτροπή Τσιόδρα η συγκρότηση των κριτηρίων της προτεραιοποίησης που σε αυτή τη φάση με τα λίγα εμβόλια και τους μικρούς προς εμβολιασμό πληθυσμούς δεν θα δημιουργήσει προβλήματα (παρά επιμέρους αστοχίες), μπορεί ωστόσο να αποδειχθεί κρίσιμη στην επόμενη φάση, όταν διαφορετικές ομάδες θα πιέζουν για να κάνουν το εμβόλιο, πολλές από αυτές με την επίκληση απολύτως κατανοητών επιχειρημάτων (προσωπικό του «Φροντίδα στο σπίτι», εκπαιδευτικοί, αστυνομικοί κ.λπ.).

• Ενα κρίσιμο ζήτημα για την αποτυχημένη εμβολιαστική καμπάνια του 2009/2010 ήταν η έλλειψη της επιχειρηματολογίας, της στάθμισης του ρίσκου στον τρόπο με τον οποίο γινόταν προσπάθεια να πεισθεί ο πληθυσμός για να εμβολιασθεί. «Ενα εμβόλιο έχει κάποιες ελάχιστες παρενέργειες, αλλά το να μην το κάνεις ενέχει μεγαλύτερο ρίσκο», λέει ο κ. Παναγιωτόπουλος, ο οποίος θεωρεί ότι αυτό που έχει γίνει με την κοινή παραγγελία, σε κοινή τιμή και κοινή διαδικασία έγκρισης από την Ε.Ε. συνιστά «ιστορική στιγμή». Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», από την εθνική αρχή εμβολιασμών, και αυτή τη φορά πάντως, η συγκεκριμένη γραμμή της επικοινωνίας θεωρείται ότι δεν θα γίνει κατανοητή από τον πληθυσμό και δεν προκρίνεται.

Η επικοινωνία

Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην εργασία του κ. Παναγιωτόπουλου του 2010, οι διάφορες περιοχές της χώρας εμφάνιζαν μεγάλες αποκλίσεις στο ποσοστό κάλυψης εμβολιασμού, με την Κρήτη να έχει πάνω από 10% και την Αττική να είναι κοντά στον εθνικό μέσον όρο, στο 3%. Αντίστοιχες διαφορές υπήρχαν σε εθνικό επίπεδο ακόμα και σε χώρες του ίδιου πολιτιστικού κύκλου. Ετσι, η Δανία είχε 7,7% ποσοστό εμβολιαστικής κάλυψης έναντι 64% της Σουηδίας, ενώ η Ιταλία κάτω από 2%.
Ενα κρίσιμο θέμα στην τότε εμβολιαστική καμπάνια ήταν ο τρόπος που απευθύνονταν οι Αρχές στον πληθυσμό. Στην εργασία που είχε κάνει ο κ. Παναγιωτόπουλος είχε επισημάνει εκτός από τον δημόσιο πόλεμο με επιστημονικά μετέωρα επιχειρήματα ενός μέρους των γιατρών και ορισμένες άλλες παραμέτρους: 

• Την έλλειψη ενός διαύλου επικοινωνίας με τον ιατρικό κόσμο.

• Την απουσία μιας συγκροτημένης επικοινωνιακής πολιτικής. Η ενημέρωση γινόταν κυρίως από άλλους διάσπαρτους φορείς.

• Την κυριαρχία του διοικητικού αντί του επιστημονικού λόγου. Η χώρα μας πριν από την έναρξη της εμβολιαστικής καμπάνιας είχε παραγγείλει το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2009 συνολικά 16 εκατομμύρια δόσεις εμβολίων χωρίς εμπλοκή της επιστημονικής κοινότητας.