ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Κράτος – Εκκλησία, πόλεμος και ειρήνη

Οι ταραχώδεις σχέσεις και οι περίοδοι ηρεμίας ανάμεσα στις κυβερνήσεις και στην Ιεραρχία στη μεταπολιτευτική Ελλάδα

Κράτος – Εκκλησία, πόλεμος και ειρήνη

Η σύγκρουση της Εκκλησίας με την κυβέρνηση με αφορμή τα Θεοφάνια έδειξε ότι η συμπόρευση της Ιεραρχίας με τη «Δεξιά του Κυρίου», κατά την παροιμιώδη πλέον αναφορά του μακαριστού Χριστοδούλου, δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε δεδομένη. Αλλωστε, η Εκκλησία έχει δείξει ότι μπορεί να βρίσκει τον δρόμο της με κάθε πολιτικού προσανατολισμού κυβερνητική ηγεσία, δεξιά, κεντρώα ή αριστερή. Συνήθως επιτυγχάνοντας να επιβάλλει τις θέσεις της ή, τουλάχιστον, να επιφέρει σημαντικές εκπτώσεις στον όποιο μεταρρυθμιστικό οίστρο προτάσσει η εκάστοτε κυβερνητική εξουσία και αφορά το εκκλησιαστικό status. 

Παρά το γεγονός ότι βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου ορίζεται σαφώς η πρωτοκαθεδρία της πολιτείας στη λήψη μιας σειράς αποφάσεων, η Εκκλησία διεκδικεί και καταφέρνει κατά κανόνα να επιβάλλει την παρουσία της ως εν δυνάμει πολιτική δύναμη που παρεμβαίνει και επηρεάζει καθοριστικά τη λήψη αποφάσεων όταν δεν επιλέγει απλώς να τις αγνοήσει, όπως στην περίπτωση της λειτουργίας των εκκλησιών για τα Θεοφάνια. Οι σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας κάθε άλλο παρά ευθύγραμμα εξελίσσονται και είναι ουκ ολίγες οι κλιμακώσεις και οι εντάσεις στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. 

Η ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, το 1981, εγκαινίασε περίοδο εντάσεων στις σχέσεις κυβέρνησης – Εκκλησίας, με επίκεντρο μια σειρά από μεταρρυθμίσεις υπερώριμες για την εποχή, που αποτελούσαν και αίτημα της κοινωνίας. Η πρώτη σύγκρουση έγινε για την αποποινικοποίηση της μοιχείας, που ψηφίστηκε το 1982, και η ένταση κλιμακώθηκε τον επόμενο χρόνο, όταν η κυβέρνηση αποφάσισε τη θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου. Η αρχική πρόθεση της τότε κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν να καταστεί υποχρεωτικός ο πολιτικός γάμος και ο θρησκευτικός γάμος να αποτελεί μια κατά βούληση επιλογή. «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς Χριστό», ήταν η αντίδραση της Εκκλησίας, που επικέντρωσε την αντιπαράθεση προσωπικά στον Ανδρέα Παπανδρέου και στο κεντρικό του μήνυμα της «Αλλαγής». 

«Θα κατεβάσω τον κόσμο στους δρόμους», ήταν το μήνυμα του τότε Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ προς τον Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ οι κατά τόπους μητροπολίτες επιστράτευαν την απειλή του αφορισμού ως «αντίποινα» σε όσους επέλεγαν τον πολιτικό γάμο. Τελικά και μετά συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Αρχιεπίσκοπο, η κυβέρνηση υποχώρησε από την υποχρεωτικότητα του πολιτικού γάμου και η Εκκλησία σιωπηρά τον αποδέχθηκε ως νόμιμη διαδικασία. 

Η επόμενη σύγκρουση εκδηλώθηκε το 1986, όταν η κυβέρνηση νομοθέτησε τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, στην οποία, πάντως, δεν υποχώρησε, παρά τις μεγάλες αντιδράσεις από την πλευρά της Εκκλησίας.

kratos-ekklisia-polemos-kai-eirini0
Ανδρέας Παπανδρέου – Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ: πολλές οι κρίσεις επί των ημερών τους, αλλά πάντα επερχόταν εκτόνωση. Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η εκκλησιαστική περιουσία

Το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου σύγκρουση το 1987, όταν ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Αντώνης Τρίτσης, αντιδρώντας στην παρελκυστική τακτική που ακολουθούσε η Εκκλησία στον διάλογο για το θέμα, ο οποίος είχε ήδη διαρκέσει σχεδόν δύο χρόνια, καταθέτει νομοσχέδιο που προβλέπει τη μεταβίβαση της μοναστηριακής περιουσίας στην πολιτεία, με λαϊκή συμμετοχή στη διαχείρισή της. Η αντίδραση είναι άμεση και πολύ έντονη. 

Ο Σεραφείμ και η Ιεραρχία αρνούνται να παραστούν στην επίσημη δοξολογία της 25ης Μαρτίου και προαναγγέλλονται συλλαλητήρια. Παρά τις αντιδράσεις, ο νόμος ψηφίζεται στις αρχές Απριλίου. Ωστόσο, καθώς η Εκκλησία απειλεί ακόμη και με άρση του αυτοκεφάλου και υπαγωγή και πάλι στο Φανάρι, ο Ανδρέας Παπανδρέου πραγματοποιεί διαδοχικές συναντήσεις με τον Σεραφείμ, ο οποίος έχει θέσει βέτο σε συμμετοχή Τρίτση σε αυτές. Τον Νοέμβριο του 1988 Παπανδρέου και Σεραφείμ υπογράφουν προσχέδιο συμφωνίας, το οποίο αναιρούσε τη λαϊκή συμμετοχή στα εκκλησιαστικά και μητροπολιτικά συμβούλια. Ο Τρίτσης τελικά παραιτείται και ο νόμος που είχε εισαγάγει δεν εφαρμόστηκε ποτέ. 

Η επόμενη μεγάλη κρίση εκδηλώνεται το 2000, με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη και Αρχιεπίσκοπο τον Χριστόδουλο, και αφορά την απάλειψη της αναγραφής του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, την οποία προωθεί ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Σταθόπουλος. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος οργανώνει ογκώδη συλλαλητήρια στην Αθήνα και σηκώνει το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στο Σύνταγμα. Η Εκκλησία συγκεντρώνει υπογραφές για διενέργεια δημοψηφίσματος για το θέμα και ανάμεσα σε αυτούς που υπογράφουν είναι ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κώστας Καραμανλής. 

Τελικά, η κυβέρνηση Σημίτη δεν υποχωρεί στο θέμα των ταυτοτήτων. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εκδηλώνει την ευχαρίστησή του για τη στάση της Ν.Δ. και την εκλογική της επικράτηση στις επόμενες εκλογές του 2004, δηλώνοντας στην πρώτη συνάντησή του με τον Κώστα Καραμανλή ως πρωθυπουργό ότι «στο τέλος, η παντοδύναμη Δεξιά του Κυρίου δείχνει τι θέλει ο Θεός και τι θέλει ο λαός». Η διακυβέρνηση Καραμανλή εξελίσσεται χωρίς εντάσεις με την Εκκλησία ενώ η περίοδος της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, που ακολουθεί, βάζει στο περιθώριο τα θέματα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας αν και, όπως με νόημα υπογραμμίζουν κάποιοι, οι ιερείς ήταν από τις κατηγορίες μισθωτών που δεν υπέστησαν περικοπές. 

Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία προκάλεσε ερωτήματα για τη στάση που θα ακολουθούσε ως κυβέρνηση έναντι της Εκκλησίας, δεδομένης της προγραμματικής θέσης του κόμματος για διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Βεβαίως, από το περιβάλλον του Αλέξη Τσίπρα φρόντισαν να διοχετεύσουν πληροφορίες για την πολύ καλή προσωπική σχέση με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ενώ ο ίδιος έσπευσε να καθησυχάσει τις όποιες ανησυχίες για τη σχέση του με την Εκκλησία και τη θρησκεία, επισκεπτόμενος το Αγιον Ορος το 2014. Η σχέση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την Εκκλησία απειλήθηκε να διαταραχθεί το 2016 με αφορμή αλλαγές που προωθούσε ο υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης για το μάθημα των Θρησκευτικών. Το θέμα «διευθετήθηκε» τον Οκτώβριο του 2016 σε συνάντηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του κυβερνητικού εταίρου Πάνου Καμμένου με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, παρουσία του κ. Φίλη. 

«Θα ρίξω την κυβέρνηση»

Εκεί, ο Πάνος Καμμένος, απευθυνόμενος στον Αρχιεπίσκοπο, του λέει: «Ζητήστε το και θα ρίξω την κυβέρνηση», χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αντίδραση από την πλευρά του Αλέξη Τσίπρα. Η κυβέρνηση δεν πέφτει, αλλά ανασχηματίζεται ο Νίκος Φίλης. 

Συνομιλητές του κ. Τσίπρα αναφέρουν ότι, περισσότερο από μια υπεραντίδραση Καμμένου, τον ανησυχούσε το πολιτικό κόστος που θα είχε μια ανοικτή σύγκρουση με την Εκκλησία και ιδιαιτέρως η επίδραση στο ακροατήριο του λεγόμενου «πατριωτικού ΠΑΣΟΚ», τη σχέση με το οποίο, πάντως, αναφέρουν οι ίδιοι συνομιλητές, διατάραξε αργότερα με τη συμφωνία των Πρεσπών. 

Πάντως, ο ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε άτολμα και σε σχέση με τη διακηρυγμένη θέση του για διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας, με τη στάση που τήρησε στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Εξίσου άτολμη θεωρήθηκε και η συμφωνία που ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο του 2018 για την εκκλησιαστική περιουσία και τους μισθούς των ιερέων, που, ούτως ή άλλως, δεν προχώρησε.

Η ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία συνοδεύθηκε από συμφωνία με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο για μια νέα αρχή στις σχέσεις Πολιτείας – Εκκλησίας και, συνακόλουθα, στη μεταξύ τους σχέση. Ο κορωνοϊός εξελίχθηκε ήδη από την πρώτη καραντίνα σε πεδίο δοκιμασίας της σχέσης αυτής, εξαιτίας της σταθερής επιδίωξης της Εκκλησίας να είναι συνομιλητής με λόγο στη λήψη αποφάσεων ακόμα και σε θέματα που αφορούν τη δημόσια υγεία, ενώ την κατάσταση περιέπλεξε ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι ατύπως στους κόλπους της Ιεραρχίας έχουν ενεργοποιηθεί διεργασίες ενόψει μιας μελλοντικής διαδοχής του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. 

Πάντως, τόσο με την επιμονή της για άνοιγμα των εκκλησιών για τους πιστούς για Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Θεοφάνια, το οποίο και επέτυχε, όσο και με την απόφαση να αγνοήσει την επικαιροποίηση των μέτρων, που προέβλεπε να παραμείνουν κλειστές οι εκκλησίες τα Θεοφάνια, η Εκκλησία έδειξε ότι εξακολουθεί να ασκεί καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικής.