ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ

Ο κατάφυτος λοφίσκος όπου όλα είναι γαλήνια

Ο κατάφυτος λοφίσκος όπου όλα είναι γαλήνια

Ενα απολαυστικό δίπτυχο περιλαμβάνει η διαδρομή από το άλσος Αγίου Δημητρίου Πετρούπολης έως το Θέατρο Πέτρας. Εικόνες και ανάσες ενός πολύ ιδιαίτερου αστικού πάρκου και ταυτόχρονα πεζοπορία στο βουνό.

Η Πετρούπολη είναι ριζωμένη αμφιθεατρικά στην πλαγιά του Ποικίλου Ορους, με την άνω πλευρά της να αναρριχάται ανάμεσα σε επτά μικρά και μεγάλα ανενεργά λατομεία. Προσεγγίζουμε την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου από την κεντρική πλατεία Πετρούπολης, η οποία απέχει από τον ναό περίπου 200 μέτρα. Στην απλόχωρη πλατεία, η οποία είναι «φυτεμένη» στα ριζά ενός μικρού νταμαριού στη νότια απόληξη του άλσους, παιδιά κάνουν ποδήλατο, παρέες περιφέρονται ή συνομιλούν καθισμένες σε παγκάκια και σε πεζούλια γύρω από τη γυάλινη σέρα του εγκαταλελειμμένου βοτανικού κήπου, οι παιδικές χαρές και τα γήπεδα του μπάσκετ είναι γεμάτα. Ψηλά, από την κορυφογραμμή του βράχου, την κίνηση του κόσμου και τις αθλοπαιδιές κατοπτεύουν παρέες νεαρών που κάθονται με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό.

Τρέξιμο ανάμεσα στα ψηλά πυκνοφυτεμένα πεύκα. 

Ξεκινάμε τη βόλτα από το πάρκινγκ που βρίσκεται στο πίσω μέρος της εκκλησίας. Ενα καλοστρωμένο χωμάτινο μονοπάτι ξεκινάει ακριβώς από το σημείο αυτό και διατρέχει ανηφορικά την ανατολική πλευρά του πευκόφυτου λόφου, με ανεμπόδιστη θέα στο λεκανοπέδιο. Μονοπάτια, στα αριστερά, οδηγούν στο εσωτερικό του άλσους, με πολλές εναλλακτικές διαδρομές.

Πολλά παράλληλα, ευθύγραμμα και κυκλικά δρομάκια διατρέχουν το πάρκο.

Ο κατάφυτος λοφίσκος, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι ένα μακρόστενο κομμάτι δάσους που εισχωρεί μέσα στην πόλη, έχει μια ιδιαιτερότητα. Μολονότι είναι πυκνοφυτεμένος, αφήνει χώρο σε πολλά παράλληλα –ευθύγραμμα και κυκλικά– χωμάτινα δρομάκια και για τον λόγο αυτό, ενώ είναι δημοφιλής, μοιάζει λιγοσύχναστος. Περπατάς ή τρέχεις σχεδόν μόνος ανάμεσα στα ψηλά πεύκα. Η κατακτητική πνοή της αχανούς μητρόπολης δεν φτάνει έως την καταπράσινη σκιερή επικράτειά του. Εδώ είναι όλα γαλήνια. Οι μοναχικοί δρομείς, οι οικογένειες με παιδιά, οι παρέες αγοριών και κοριτσιών, τα ζευγαράκια, εμφανίζονται και εξαφανίζονται σαν χρωματιστές κουκκίδες μέσα στο δάσος. Στους διάσπαρτους ξύλινους πάγκους, ανάμεσα στα δένδρα, κάποιοι κάθονται να διαβάσουν, να πιουν τον καφέ τους ή να φάνε. Δεν ακούγονται φωνές, η ανθρώπινη παρουσία δεν κυριαρχεί. Η εικόνα λίγο αλλάζει στην παιδική χαρά που λειτουργεί στο βόρειο άκρο του άλσους και στο μικρό υπαίθριο γυμναστήριο στην ανατολική πλευρά του, όπου ο κόσμος ζουζουνίζει χαρούμενα, αλλά δεν εξαφανίζει την οσμή της γης, του πεύκου, δεν ανατρέπει το μεγάλο πλεονέκτημα μιας καλοπλασμένης πυκνής φύσης.

Δύο εναλλακτικές

Η διαδρομή μας δεν σταματάει με την ολοκλήρωση της βόλτας μέσα στο πάρκο. Συνεχίζεται στην απέναντι πλαγιά του όρους. Ομως, πριν εγκαταλείψουμε το άλσος βγαίνοντας από την πύλη στο βορειοδυτικό του άκρο (υπάρχουν άλλες δύο πύλες στη δυτική πλευρά του και άλλες πέντε είσοδοι στην ανατολική), έχουμε δυο εναλλακτικές: να διαγράψουμε έναν ή περισσότερους κύκλους εντός του ή να το διασχίσουμε σχεδόν καθέτως. Στην πρώτη περίπτωση θα διανύσουμε το λιγότερο 2,2 χιλιόμετρα και στη δεύτερη περίπου 1 χλμ. από το σημείο εκκίνησης. 

Πλέον έξω από το πάρκο, κατευθυνόμαστε βόρεια παίρνοντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο (οδός Κερασόβου) που οδηγεί προς το κοιμητήριο του δήμου. Ο δρόμος αυτός ξετυλίγεται μέσα σε πυκνό δάσος –προϊόν των μεγάλων αναδασώσεων που άρχισαν στην περιοχή το 1978 για να αποκαταστήσουν τις λατομικές πληγές της–, το οποίο ενώνει το άλσος του Αγίου Δημητρίου με τη δασωμένη πλαγιά. Στα 300 μέτρα συναντάμε έναν μικρό κυκλικό κόμβο. Στα αριστερά του ξεκινάει ένας δασικός χωματόδρομος, που κατευθύνεται νότια και θα μας οδηγήσει πάνω από την Πετρούπολη, σε υψόμετρο περίπου 300 μ., στην πλαγιά της Ζαχαρίτσας (τοπωνύμιο από το όνομα της οικογένειας που κατείχε την περιοχή στα μετεπαναστατικά χρόνια). Υπάρχει κατεβασμένη μπάρα που εμποδίζει την είσοδο στα τροχοφόρα. Υστερα από 1,4 χλμ. πεζοπορίας πάνω στα κροκαλοπαγή φαιοκίτρινα χώματα του Ορους θα φθάσουμε στο Θέατρο Πέτρας, που αναπτύσσεται εντυπωσιακά μέσα στη χοάνη του λατομείου «Αίμος».

Η απλόχωρη πλατεία του Αγίου Δημητρίου.

Το παλιό νταμάρι που έγινε σκηνή για ιστορικές παραστάσεις

Ο δρόμος ξετυλίγεται ελαφρώς φιδωτός, χωμάτινος, σαν ελαστικός, άλλοτε λίγο ανηφορικός, άλλοτε λίγο κατηφορικός, αρκετά πάνω από τη συνοικία. Στα δεξιά ανηφορίζει το δάσος με την ποικίλη βλάστηση: πεύκα, κυπαρίσσια, αγριελιές, κέδροι, πουρνάρια, σχίνοι, ασφάκες, βελανιδιές. Στα αριστερά απλώνεται χαμηλά, στο στρωτό κι απέραντο αττικό πεδίο, η υπερμεγέθης πολιτεία. Μικρές μακρόστενες ανάγλυφες νησίδες ανάμεσα στον τσιμεντένιο χείμαρρο που ξεχύνεται κατά τη θάλασσα, τα Τουρκοβούνια, ο Λυκαβηττός, η Ακρόπολη, ο λόφος του Φιλοπάππου… Είναι μια εικόνα λευκή που γεμίζει ολόκληρο τον ορίζοντα, αναπάντεχη αν και γνώριμη, σαν απατηλό αντικαθρέφτισμα ενός κόσμου που, ενώ ζούμε μέσα του, δεν τον νιώθουμε τόσο πλατύ, τόσο μεγάλο.

Το Θέατρο Πέτρας, μέσα στην εντυπωσιακή χοάνη του λατομείου «Αίμος».

Η σύναξη χιλιάδων υπάρξεων μέσα στο ίδιο χωνευτήρι έχει προικίσει την πολιτεία με μια δική της ανεξάρτητη υπόσταση, πνοή.
Αυτόν τον παλμό μοιάζουν να νιώθουν οι παρέες των νεαρών που κάθονται πάνω στο πεζούλι της αλάνας μπροστά από το Θέατρο Πέτρας και μόνο κάπου κάπου κοιτούν το κινητό ή ανταλλάσσουν λίγες κουβέντες, κυρίως μένουν να κοιτούν σαν μαγεμένοι.
Πίσω τους ο βράχος του παλιού λατομείου και στη βάση του, στα αριστερά, το πρώτο σιδερένιο θέατρο «Πίτερ Μπρουκ» και στα δεξιά, το μετέπειτα τσιμεντένιο κατάλευκο θέατρο «Μίνως Βολανάκης».

Μονοπάτι πάνω από την πόλη οδηγεί στο Θέατρο Πέτρας.

Ολα άρχισαν το 1983, όταν έπειτα από πρόταση του σκηνοθέτη και θεατρικού συγγραφέα Μίνωα Βολανάκη, ο οποίος είδε στην πέτρα μια ιδιαίτερη αισθητική ποιότητα, το παλιό νταμάρι φιλοξένησε για πρώτη φορά καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. «Γιορτές των Βράχων», παραστάσεις του Καρόλου Κουν, συναυλίες της Σωτηρίας Μπέλλου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Ακολούθησαν ιστορικές παραστάσεις, στο πλαίσιο της Αθήνας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, σε τρεις σκηνές, με ώθηση της τότε υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, που άφησαν ανεξίτηλη σφραγίδα: εννιάωρη «Μαχαμπαράτα» με σκηνοθέτη τον Πίτερ Μπρουκ (τρεις μέρες από τρεις ώρες, ακόμη θυμάμαι τις δροσερές νυχτερινές ώρες μαγευτικών δρώμενων στην ορχήστρα του μεταλλικού θεάτρου με φόντο τον βράχο), «Ορέστεια» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Πίτερ Στάιν, Μπαλέτα Μπολσόι, Οπερα της Σόφιας, Φιλαρμονική της Βόννης, «La MaMa» της Νέας Υόρκης… Εκεί βρέθηκαν ξένοι ηγέτες: Ιντιρα Γκάντι, Ούλοφ Πάλμε, Πιερ Ελιότ Τριντό… Μέσα στο ιδιότυπο τοπίο δούλεψαν μεγάλοι Ελληνες σκηνοθέτες: Σπύρος Ευαγγελάτος, Θόδωρος Τερζόπουλος, Δημήτρης Παπαϊωάννου, Μιχαήλ Μαρμαρινός… Και συνεχίζει να φιλοξενεί τα πιο μεγάλα ελληνικά και ξένα ονόματα.