ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πράσινο φως για το έργο στον σταθμό Βενιζέλου

Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τις προσφυγές που είχαν κατατεθεί υπέρ της μη απόσπασης των αρχαιοτήτων

prasino-fos-gia-to-ergo-ston-stathmo-venizeloy-561417925

Το πράσινο φως για την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης έδωσε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Από τις τρεις αποφάσεις, που αφορούν αντίστοιχες προσφυγές επιστημονικών φορέων, συλλόγων και πολιτών και οι οποίες δημοσιεύθηκαν χθες, προκύπτει ότι το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο απέρριψε το σύνολο των επιχειρημάτων που τέθηκαν κατά της εν λόγω επιλογής, δεχόμενο τη γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου ότι οποιαδήποτε άλλη λύση είναι επισφαλής για τις αρχαιότητες και τους εργαζόμενους στο έργο και θέτει σε κίνδυνο την έγκαιρη ολοκλήρωσή του. Να σημειωθεί πάντως ότι οι αποφάσεις ελήφθησαν με οριακή πλειοψηφία, καθώς οι 12 από τους 25 συμμετέχοντες στη μείζονα σύνθεση του ΣτΕ δικαστές διαφοροποίησαν τη θέση τους.
Οι τρεις αποφάσεις (991, 992 και 993/2021) αφορούν τις προσφυγές που υποβλήθηκαν το 2020: από την Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού μαζί με τη Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, από 26 πολίτες της Θεσσαλονίκης και από τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, μαζί με ακόμα 10 φορείς και πολίτες της Θεσσαλονίκης. Και οι οποίες συνεκδικάστηκαν από τη μείζονα σύνθεση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης. Οι προσφεύγοντες ζήτησαν την ακύρωση της απόφασης του υπουργείου Πολιτισμού του 2020, με την οποία έγινε δεκτή η γνωμοδότηση του ΚΑΣ και εγκρίθηκε η πρόταση της Αττικό Μετρό για προσωρινή απόσπαση των αρχαιοτήτων και επανατοποθέτηση του 92% αυτών μέσα στον σταθμό. 

Το ιστορικό

Στις πολυσέλιδες αποφάσεις (πλέον των 100 σελίδων εκάστη) παρατίθεται αναλυτικά το ιστορικό της υπόθεσης και ιδιαίτερα η επιχειρηματολογία που τέθηκε εκατέρωθεν (υπέρ ή κατά της απόσπασης των αρχαιοτήτων) την τελευταία φορά που αυτή συζητήθηκε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), μέσα από την παράθεση μεγάλων τμημάτων των πρακτικών. Ως προς τα βασικά επιχειρήματα κατά της απόσπασης:

• Οτι η απόσπαση και επανατοποθέτηση των συγκεκριμένων ευρημάτων είναι αντίθετη στη συνταγματική υποχρέωση διαφύλαξης του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, σε διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση της Γρανάδας, και στον ελληνικό αρχαιολογικό νόμο. Ανατρέχοντας στη νομολογία του, το ΣτΕ έκρινε ότι επιτρέπεται η απόσπαση, επανατοποθέτηση και διατήρηση σε άλλο σημείο μνημείων, παραθέτοντας το παράδειγμα του νεολιθικού οικισμού που μεταφέρθηκε για την κατασκευή του αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος (ΣτΕ 2300/1997). «Αν το μνημείο είναι ιδιαίτερης σημασίας, οι διατάξεις του Συντάγματος, των διεθνών συμβάσεων και του αρχαιολογικού νόμου, καθώς και η απορρέουσα από το άρθρο 24 του Συντάγματος αρχή της προφύλαξης επιβάλλουν στα όργανα του υπουργείου Πολιτισμού την υποχρέωση να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου κατά την εκτέλεση του τεχνικού έργου να αποτραπεί πιθανός κίνδυνος για την ακεραιότητα του μνημείου και επιπλέον να σταθμίσουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο δημόσιο συμφέρον», αναφέρει η απόφαση. Μειοψήφησαν η αντιπρόεδρος Μ. Καραμανώφ και οι σύμβουλοι Α. Καλογεροπούλου, Θ. Αραβάνης, Δ. Μακρής, Α.Μ. Παπαδημητρίου, Β. Κίντζιου, Ο. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Μίντζια, Μ. Τριπολιτσιώτη και Φ. Γιαννακού. 

Η μεγάλη αυτή ομάδα των δικαστών υποστήριξε ότι η μετακίνηση ενός μνημείου είναι συνταγματικά ανεκτή μόνο εφόσον έχει προηγηθεί εξαντλητικός έλεγχος και αποκλειστεί κάθε εναλλακτική που να επιτρέπει την in situ διατήρησή του, ενώ το ΚΑΣ οφείλει να συνεκτιμά και την επίπτωση της μετακίνησης στην ακεραιότητα, τη μοναδικότητα και αυθεντικότητά τους (κρίνοντας προφανώς ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν έχει συμβεί).

• Οτι η απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς, ενώ εσφαλμένα το ΚΑΣ κατέληξε ότι η διατήρηση των αρχαιοτήτων στη θέση τους δεν είναι τεχνικά εφικτή. Και ότι η επιλογή αυτή παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοίκησης, αφού ανατρέπει τον σχεδιασμό του ΥΠΠΟ των ετών 2015 και 2017. «Η γνωμοδότηση του ΚΑΣ και η προσβαλλόμενη απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού έλαβαν υπόψη την ανάγκη για την υλική προστασία του μνημείου που αποκαλύφθηκε στον σταθμό Βενιζέλου και έθεσαν τους αναγκαίους όρους για την προσωρινή μετακίνηση και τη διαφύλαξη, κατά το δυνατόν, της ακεραιότητας και της αυθεντικότητας του μνημείου με την επανατοποθέτησή τους και τη μόνιμη διατήρησή τους στη θέση στην οποία αποκαλύφθηκαν, σε συνδυασμό με την ανάγκη για ολοκλήρωση έργου μείζονος σημασίας», αναφέρεται στην απόφαση. Μειοψήφησε η ίδια ομάδα δικαστών, που υποστήριξε τη σημασία και τη μοναδικότητα του ευρήματος, εκτιμώντας ότι το ΚΑΣ δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί απέκλεισε την in situ διατήρηση, ενώ χαρακτήρισε την απόφαση του ΚΑΣ αντιφατική, γιατί εγκρίνει ως λύση για τη διασφάλιση της ακεραιότητας και αυθεντικότητας του μνημείου τον τεμαχισμό, την απομάκρυνση και την επανατοποθέτησή του. 

• Οτι παραβιάστηκαν οι αρχές της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της χρηστής διοίκησης, επειδή δεν κλήθηκαν από το ΚΑΣ άτομα άμεσα εμπλεκόμενα στην υπόθεση ή δεν ελήφθησαν υπόψη εξειδικευμένες τεχνικές μελέτες. Σύμφωνα με το δικαστήριο, «το ΚΑΣ διερεύνησε πλήρως στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, τη δυνατότητα για ασφαλή κατασκευή και λειτουργία του σταθμού με την εγκεκριμένη το 2017 λύση (την in situ διατήρηση), δεν ανήκει όμως στην αρμοδιότητά του η βελτίωση εξειδικευμένων μελετών». Παράλληλα ελήφθησαν υπόψη και οι κίνδυνοι που θα είχε για το μνημείο η εφαρμογή της μεθόδου που προτάθηκε για την κατά χώρα διατήρηση. Μειοψήφησε η ίδια ομάδα δικαστών. 

Καθυστέρηση

Η απόφαση επισημαίνει ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή μελετών από το 2015 (οπότε προκρίθηκε η in situ διατήρηση) έως το 2020, οπότε το ΥΠΠΟ αποφάσισε την απόσπαση των αρχαιοτήτων. Επίσης, ότι η στατική μελέτη (ΟΜ2) που υποβλήθηκε ουδέποτε εγκρίθηκε, γιατί σύμφωνα με την Αττικό Μετρό είχε τεχνικές επισφάλειες. Ενώ το ΚΑΣ συνεκτίμησε το γεγονός ότι με την in situ διατήρηση το έργο ενδέχεται να ολοκληρωθεί ακόμα και το 2027, ενώ με την απόσπαση το 2023, ενώ η πρώτη λύση θα κοστίσει σχεδόν το διπλάσιο από τη δεύτερη. Τέλος, το δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι δεν υφίσταντο λόγοι δημοσίου συμφέροντος, με βάση τους οποίους το ΥΠΠΟ «άλλαξε ρότα» για το θέμα το 2020, κρίνοντας ότι η απόφαση του ΚΑΣ βασίζεται στην προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων, σε συνδυασμό με την έγκαιρη και ασφαλή ολοκλήρωση του έργου υποδομής. 

Οι αποφάσεις αναμένεται να καθαρογραφούν μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

Οι βασικοί σταθμοί της υπόθεσης

Τρεις αλλαγές σχεδιασμού, αρκετές γνωμοδοτήσεις του ΚΑΣ και αποφάσεις του υπουργείου Πολιτισμού περιλαμβάνει η υπόθεση του σταθμού Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης. Αιτία για την πρωτόγνωρη αυτή καθυστέρηση (που είχε ως αποτέλεσμα το έργο να συνεχιστεί κατ’ εξαίρεση σε τρία συνεχόμενα πλαίσια στήριξης και να μην έχει ολοκληρωθεί σχεδόν μία δεκαετία μετά την προθεσμία) είναι βέβαια η βασική επιλογή της διέλευσής του κάτω από την Εγνατία, παρά τις τότε προειδοποιήσεις των αρχαιολόγων. 

Ας δούμε τους βασικούς σταθμούς της υπόθεσης, σύμφωνα με τις τελευταίες αποφάσεις του ΣτΕ. 

2004. Συζητείται ο σχεδιασμός του μετρό της Θεσσαλονίκης, με σήραγγα 9,6 χλμ. και 13 σταθμούς. Εξαρχής το ΚΑΣ θεωρεί βέβαιη την αποκάλυψη αρχαιοτήτων στο κέντρο της πόλης. Ειδικά δε για τον σταθμό Βενιζέλου, υπήρξε ακριβής και ορθή (όπως αποδείχθηκε) πρόβλεψη της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων για την ανεύρεση της διασταύρωσης του decumanus maximus με κεντρική οδό. 

2006. Υπογράφεται η σύμβαση του έργου, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2012. 

2012. Ολοκληρώνονται οι αρχαιολογικές εργασίες στον σταθμό Βενιζέλου. Αποκαλύφθηκε τμήμα 76,6 μέτρων του decumanus, η διασταύρωση με μνημειακό τετράπυλο, μια μαρμαρόστρωτη πλατεία και διάφορα κτίρια. Το μνημειακό σύνολο χρονολογείται στα τέλη του 6ου – αρχές του 7ου αι. μ.Χ. 

2013. Το ΚΑΣ γνωμοδοτεί υπέρ της απόσπασης του συνόλου του ευρήματος και της έκθεσής του στο στρατόπεδο Παύλου Μελά και το ΥΠΠΟ αποδέχεται τη γνωμοδότηση. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης συγκροτεί επιστημονική επιτροπή για να εξετάσει το ενδεχόμενο συνύπαρξης των αρχαιοτήτων με τον σταθμό. Η «Αττικό Μετρό» αναθέτει τεχνική έρευνα, που καταλήγει σε πέντε σενάρια. Αποκλείει τόσο την κατάργηση του σταθμού όσο και τη διατήρηση των αρχαιοτήτων in situ. 

2014. Το ΚΑΣ επανεξετάζει το θέμα και γνωμοδοτεί υπέρ της απόσπασης και επανατοποθέτησης, ενώ το ΥΠΠΟ δέχεται τη γνωμοδότηση. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης προσβάλλει την απόφαση στο ΣτΕ, αλλά η προσφυγή απορρίπτεται (2016).

2015. Το ΚΑΣ επανεξετάζει το θέμα, κατόπιν εισήγησης του Δήμου Θεσσαλονίκης, και γνωμοδοτεί υπέρ της διατήρησης των αρχαιοτήτων στη θέση τους (in situ). Το ΥΠΠΟ εγκρίνει τη νέα γνωμοδότηση. Φορείς της πόλης προσφεύγουν στο ΣτΕ για την ακύρωσή της, αλλά αργότερα (2017) αποσύρουν την προσφυγή.

2016. Ομάδα εργασίας του ΥΠΠΟ καταλήγει σε πρόταση ανασχεδιασμού του σταθμού Βενιζέλου. 

2017. Η «Αττικό Μετρό» εγκρίνει την in situ διατήρηση των αρχαιοτήτων. Το ΚΑΣ επανεξετάζει την υπόθεση και γνωμοδοτεί υπέρ της προτεινόμενης τεχνικής λύσης, την οποία εγκρίνει και το ΥΠΠΟ. Η «Αττικό Μετρό» αναθέτει στον ανάδοχο του έργου την εκπόνηση μελετών. 

2018. Εγκρίνονται οι πρώτες μελέτες από την «Αττικό Μετρό», με αρκετές τεχνικές παρατηρήσεις. 

2019. Υποβάλλονται από τον ανάδοχο οι επόμενες μελέτες, αλλά δεν εγκρίνονται από την «Αττικό Μετρό». Η εταιρεία κατασκευάζει την πλάκα οροφής του σταθμού και καλύπτει τις αρχαιότητες με άμμο. Με την αλλαγή ηγεσίας στην εταιρεία, η «Αττικό Μετρό» σταματά την εκπόνηση των μελετών και ζητάει την απόσπαση των αρχαιοτήτων. Το ΚΑΣ γνωμοδοτεί θετικά στο τέλος του έτους.

2020. Το ΥΠΠΟ κάνει δεκτή τη γνωμοδότηση του ΚΑΣ. Κατατίθενται νέες προσφυγές και οι εργασίες στον σταθμό «παγώνουν», εκτός από την εκ νέου αποκάλυψη των αρχαιοτήτων. 

2021. Η Ολομέλεια του ΣτΕ απορρίπτει τις προσφυγές, εγκρίνοντας την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων. Η «Αττικό Μετρό» υποστηρίζει ότι είναι εφικτή η λειτουργία όλης της γραμμής στο τέλος του 2023. 

Ικανοποίηση από τη μία, δυσπιστία από την άλλη 

Την ικανοποίησή του για την έκβαση της υπόθεσης εξέφρασε χθες ο υπουργός Υποδομών Κώστας Καραμανλής. «Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί την οριστική δικαίωση στην πράξη της πολιτικής μας, που είναι η μόνη που εξασφαλίζει στη Θεσσαλονίκη και μετρό και αρχαία. Οπως συμφωνούν, άλλωστε, το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, ο δήμος, η Περιφέρεια, οι παραγωγικές δυνάμεις της πόλης και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Πλέον, δεν κοιτάμε πίσω. Δεν χάνουμε άλλο χρόνο, πόρους και ενέργεια με όσους προσπάθησαν αποτυχημένα να διχάσουν την πόλη».

«Με όλο τον σεβασμό στο ΣτΕ, που με οριακή διαφορά επιβεβαιώνει απλώς ότι καμία από τις δύο λύσεις δεν είναι παράνομη, θεωρούμε ότι έχει έρθει πλέον η ώρα του πρωθυπουργού», λέει η Π. Θεολογίδου, επίτιμη πρόεδρος του παραρτήματος της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) στη Θεσσαλονίκη. «Ας αναλογισθεί ότι το μετρό (12 σταθμοί) μπορεί να λειτουργήσει σύντομα, όπως διαβεβαιώνουν κορυφαίοι ειδικοί, απομονώνοντας τον σταθμό Βενιζέλου, για να μελετηθούν οι αρχαιότητες και να κατασκευασθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα. Στελέχη της Ε.Ε. μάς διαβεβαιώνουν ότι έτσι δεν θα χρειαστεί να επιστραφεί χρηματοδότηση. 

Τέλος, η λύση της απόσπασης για την οποία δεν υπάρχει ακόμη σοβαρή μελέτη, όχι μόνο καταστρέφει την αυθεντικότητα του αρχαιολογικού χώρου, αλλά αναπόφευκτα προσθέτει ανυπολόγιστη καθυστέρηση για την ανασκαφή των 2-3 αρχαιολογικών στρωμάτων που θα αποκαλυφθούν, που υποχρεωτικά η χώρα οφείλει να αναλάβει». «Αξιοσημείωτη είναι η πρωτοφανής παγκόσμια κινητοποίηση κορυφαίων επιστημόνων –των καλύτερων συμμάχων της χώρας μας διεθνώς– που δηλώνουν ότι τέτοιας σημασίας ευρήματα δεν έχουν αποκαλυφθεί στις μεγαλύτερες ρωμαϊκές και βυζαντινές πόλεις», σχολιάζει η Λυδία Καρρά, πρόεδρος της ΕΛΛΕΤ. «Η Θεσσαλονίκη αξίζει τη διάσωσή τους!».