ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Προσφυγικά: «Αμφιβάλλω αν σήμερα θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε κάτι τέτοιο»

prosfygika-amfivallo-an-simera-tha-mporoysame-na-diacheiristoyme-kati-tetoio-561532570

«Οι παράγκες και τα χαμόσπιτα δεν αφήνουν ίχνη» ξεκινά η εισαγωγή του βιβλίου «Πόλεις της σιωπής» της γνωστής ακαδημαϊκού Λίλας Λεοντίδου (σήμερα ομότιμη καθηγήτρια Γεωγραφίας και Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο). Και η αλήθεια είναι αυτή: ένα κομμάτι της ιστορίας μιας πόλης χάνεται με το πέρασμα του χρόνου χωρίς να αποτυπωθεί, χωρίς να καταγραφεί ως τόπος κατοικίας κάποιων «επωνύμων» όσο σημαντικό ρόλο κι αν διαδραμάτισε στην εξέλιξή της. Αυτό συνέβη και με τις προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας, ελάχιστα ίχνη των οποίων έχουν πια απομείνει.

Κι όμως, αυτό που οι κατοικίες αυτές αντιπροσωπεύουν δεν αφορά μόνο τη μνήμη της προσφυγιάς. «Αυτό που συντελέστηκε πριν από έναν αιώνα είναι χωρίς προηγούμενο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η κινητοποίηση που υπήρξε για την αποκατάσταση των προσφύγων από το Δημόσιο και την Κοινωνία των Εθνών μέσω της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ) είναι κάτι εντυπωσιακό. Ηταν μια μεγάλη επινοητική κινητοποίηση. Αμφιβάλλω αν σήμερα θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε μια τέτοια πλημμυρίδα ανθρώπων στις πόλεις μας» λέει στην «Κ» η κ. Λεοντίδου.

«Αυτό που συντελέστηκε πριν από έναν αιώνα είναι χωρίς προηγούμενο. Ηταν μια μεγάλη επινοη- τική κινητοποίηση», λέει στην «Κ» η ακαδημαϊκός Λίλα Λεοντίδου.

Σύμφωνα με τους πολεοδόμους, το 1922 υπήρξε ένα σημαντικό σημείο καμπής ανάμεσα στις δύο περιόδους αστικής ανάπτυξης της Αθήνας, που εναλλάχθηκαν απότομα. «Αρχικά, μέσω του Ταμείου Περίθαλψης Προσφύγων, οι άνθρωποι εγκαθίστανται σε σκηνές, σε προσωρινές εγκαταστάσεις. Το Ταμείο διαλύεται το 1923 με τη σύσταση της ΕΑΠ, η οποία δημιουργεί τους πρώτους τέσσερις μεγάλους προσφυγικούς συνοικισμούς στη Νέα Ιωνία, στην Καισαριανή, στον Βύρωνα και στην Κοκκινιά, σημερινή Νίκαια. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συνοικισμοί αυτοί ήταν συνειδητά έξω από την πόλη, από ένα έως τέσσερα χιλιόμετρα από οικοδομημένες περιοχές, προκειμένου να μην “αναστατωθεί” η ζωή των γηγενών. Από εκεί και έπειτα η ΕΑΠ υποστήριξε την κατοικία παράλληλα με την επαγγελματική δραστηριότητα, ενθαρρύνοντας συνεταιρισμούς μικροβιοτεχνών και μικροεπαγγελματιών. Οι βιομηχανίες που δημιουργήθηκαν συχνά ήταν από πρόσφυγες που είχαν διασώσει ένα μέρος της περιουσίας τους, με κάποια χρηματοδοτική βοήθεια από την ΕΑΠ. Τα μοντέλα προσφυγικής κατοίκησης δεν ήταν ίδια –για παράδειγμα, οι πιο πλούσιοι από τους πρόσφυγες πήγαν στη Νέα Σμύρνη, όπου η ΕΑΠ τους έδωσε οικόπεδα με βάση ένα πολεοδομικό σχέδιο για να χτίσουν»

Κοινωνικός διαχωρισμός

Αυτή ήταν η μία διάσταση, η οργανωμένη. «Οι πρόσφυγες που δεν μπόρεσαν να ενταχθούν στα σχήματα αυτά ανέπτυξαν αυθόρμητα οικισμούς γύρω από τους υπάρχοντες. Ετσι γεννήθηκαν ολόκληρες περιοχές μέσω της αυθαίρετης δόμησης, που συχνά λανθασμένα νομίζουμε ότι ξεκίνησε 2-3 δεκαετίες αργότερα. Ετσι, η προαστιοποίηση της Αθήνας παραδόθηκε στην αυτοστέγαση, με τους γηγενείς στο εσωτερικό της πόλης και τους πρόσφυγες έξω από αυτήν, αρχικά με έναν έντονο κοινωνικό διαχωρισμό»

Σταδιακά, ο διαχωρισμός εξομαλύνθηκε. Οι παραγκουπόλεις που στέγασαν τους απόγονους των προσφύγων ή εσωτερικούς μετανάστες, κατά την περίοδο της δικτατορίας είτε κατεδαφίστηκαν είτε νομιμοποιήθηκαν. Αυτό που έχει μείνει να θυμίζει την τιτάνια προσπάθεια ένταξης των προσφύγων είναι ό,τι απέμεινε από τους προσφυγικούς συνοικισμούς, είτε τους οργανωμένους είτε εκείνους που αναπτύχθηκαν μέσω αυτοστέγασης. «Η επέτειος των 100 ετών θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα κίνημα για τη συντήρηση και αναβίωση των πιο εμβληματικών οικισμών και κτιρίων, ό,τι σώθηκε και δεν έγινε πολυκατοικίες» εκτιμά η κ. Λεοντίδου. «Στη Νίκαια είναι το πιο πλήρες δείγμα της περιόδου αυτής, όχι μεμονωμένα κτίρια, αλλά ένα ολόκληρο οικιστικό σύνολο. Σημαντικός θύλακας υπάρχει και στην Καισαριανή. Θα πρέπει αυτά τα σπίτια να προστατευθούν, να γίνουν επισκευές, αλλαγές χρήσεων και επανακατοίκηση –υπήρξε μια ενδιαφέρουσα πρόταση, για παράδειγμα, για οργανωμένες φοιτητικές κατοικίες» Το όφελος είναι για την κ. Λεοντίδου προφανές: «Η Αθήνα είναι η μόνη από τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις που δεν σέβεται την αρχιτεκτονική κληρονομιά της. Τα σπίτια των αστών είναι σημαντικά, εξίσου σημαντικά όμως είναι και τα σπίτια των λαϊκών στρωμάτων. Είναι ένα κομμάτι της ιστορίας και της φυσιογνωμίας της. Η λαϊκή αρχιτεκτονική είναι όμορφη και την προστατεύουμε στη Μύκονο ή στη Σαντορίνη, γιατί στην Αθήνα εξακολουθούμε να τη βλέπουμε ως κάτι υποδεέστερο; Οσες προσφυγικές κατοικίες γλίτωσαν, διασώθηκαν επειδή είναι λειτουργικές. Ας μην αφήσουμε να εξαφανιστεί και αυτό το κομμάτι της ιστορίας των πόλεών μας».