ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο Καρέλι, από την «καντίνα» στο «ψυγείο»

o-kareli-apo-tin-kantina-sto-psygeio-2015999

«Τριών ημερών ξύλο θα το φορτωθούμε εμείς;», μου είπε, σε μια στιγμή αδυναμίας, ένας σωφρονιστικός υπάλληλος στα μέσα της περασμένης εβδομάδας. Η φράση είναι χαρακτηριστική του κλίματος των ημερών: όλοι όσοι βρέθηκαν στον δρόμο του Αλβανού Ιλί Καρέλι, τις τρεις ημέρες που μεσολάβησαν από τη στιγμή που δολοφόνησε τον φύλακα Γ. Τσιρώνη μέχρι και τον θάνατό του, προσπαθούν σήμερα να αποποιηθούν τις όποιες ευθύνες. Η «Κ», μέσα από αφηγήσεις σωφρονιστικών, εξωτερικών φρουρών και αστυνομικών, φωτίζει άγνωστες πτυχές του διπλού φονικού, που έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο άγριο τρόπο, χρόνια προβλήματα του σωφρονιστικού συστήματος.

Ολα «θεωρητικά» ξεκίνησαν στις 11 Φεβρουαρίου, την ημέρα, δηλαδή, που έγινε γνωστή η αρνητική απόφαση για την υπό όρους απόλυση του Αλβανού βαρυποινίτη. «Δεν υπήρχε ελπίδα και το ήξερε. Πέρα από μια δικαστική εκκρεμότητα, είχε και δύο πειθαρχικά μέσα στη φυλακή, ένα για συμπλοκή με συγκρατουμένους του και ένα για χρήση κινητού», εξηγούν σωφρονιστικοί υπάλληλοι από το Μαλανδρίνο, όπου εκρατείτο στην «πρώην καντίνα», ένα χώρο που είχε πρόσφατα διαμορφωθεί σε κελί, για να χωρέσει τους υπεράριθμους κρατουμένους της φυλακής.

Φαίνεται πως τον τελευταίο ενάμιση μήνα, του είχε γίνει «εμμονή» η αποφυλάκιση. Αυτό τουλάχιστον έδειξε το χειρόγραφο σημείωμα που έδωσε ο ίδιος στον άτυχο Τσιρώνη, όταν εκείνος μπήκε μετά τις 12 το μεσημέρι, ανήμερα την 25η Μαρτίου, στο κελί. «Συνεχίζετε να με κρατάτε. Γιατί… γιατί; Τώρα αναγκαστικά πρέπει να πάρω κι εγώ μια ζωή από εσάς». Οσο ο 42χρονος φύλακας διάβαζε τις γραμμές αυτές, του επιτέθηκε με ένα αυτοσχέδιο μαχαίρι. Ενας κρατούμενος καταφέρνει να τον ακινητοποιήσει, αλλά τραυματίζεται και αυτός και ξεκινάει συμπλοκή. Ο Τσιρώνης έχει εν τω μεταξύ πέσει αιμόφυρτος. Ενας φύλακας τον βγάζει έξω από το κελί, οι πόρτες κλείνουν αυτόματα, αλλά είναι πλέον αργά. Μέσα σε ελάχιστη ώρα ο Καρέλι μεταφέρεται σε έναν απομονωμένο χώρο.

«Τι λες; Να του δείχναμε την πόρτα και να του λέγαμε “παρακαλώ, περάστε από εδώ;”», λένε με ωμή ειλικρίνεια οι σωφρονιστικοί. Ο εισαγγελέας που μεταβαίνει στις φυλακές τον βλέπει χτυπημένο, αλλά καταλαβαίνει πως όλα έγιναν στη διάρκεια της συμπλοκής και δεν το ψάχνει περαιτέρω. Λίγο πριν από τις 8 μ.μ., μια ομάδα αστυνομικών τον «παραλαμβάνει», το τμήμα μεταγωγών, όμως, είναι ασφυκτικά γεμάτο και έτσι ενημερώνονται πως πρέπει να τον μεταφέρουν στο αστυνομικό τμήμα Ιτέας. Μπαίνει μόνος του σε κελί, «είναι αδιάφορος, αλλά συνεργάσιμος», λένε στην «Κ» οι αστυνομικοί που τον υποδέχθηκαν.

Την Τετάρτη το πρωί, στην κηδεία του Τσιρώνη στο Αγρίνιο βρίσκονται σωφρονιστικοί υπάλληλοι από όλη την Ελλάδα και το κλίμα είναι φορτισμένο. Κάποιοι από τους φύλακες της Νιγρίτας που σήμερα ανακρίνονται για τον θάνατο του Καρέλι, είχαν προγραμματίσει να πάνε, αλλά μια στάση κρατουμένων τους άλλαξε τελευταία στιγμή τα σχέδια. Την ίδια ώρα, μια ομάδα ΔΙΑΣ μεταφέρει τον Καρέλι στο δικαστικό μέγαρο της Αμφισσας. «Γιατί τον σκότωσες;», τον ρωτάει ο εισαγγελέας: «Γιατί εμένα μου στερήσατε δύο ζωές».

Το επόμενο πρωί, στις 10 π.μ., με τζιπ της αστυνομίας και συνοδεία περιπολικού, που αλλάζει σε κάθε νομό, ξεκινάει η πεντάωρη μεταγωγή για τις Σέρρες. Ο διευθυντής των φυλακών Νιγρίτας το μαθαίνει σχεδόν από τύχη… Στις 12 το μεσημέρι δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον διευθυντή του Μαλανδρίνου και ακούει έντρομος τα νέα: «Σου έρχεται εκεί ο Αλβανός». «Πώς;», λέει αυτός ξαφνιασμένος, «δεν με έχει ενημερώσει κανείς». Παίρνει στο υπουργείο, αρχικά του το αρνούνται, αλλά τελικά το επιβεβαιώνουν.

Φωνάζει έναν τεχνικό και μαζί με τέσσερις κρατουμένους τούς αναθέτει τη «διαμόρφωση» του κελιού όπου θα τοποθετηθεί ο Καρέλι. Συνδέουν κάμερες, βγάζουν το σπιράλ από το ντους –για να μην αυτοκτονήσει– τοποθετούν ένα ειδικό πλέγμα στο τζάμι του κελιού για να μην το σπάσει. Στο μεταξύ, ενημερώνει πρωινή και απογευματινή βάρδια ότι όλοι θα παραμείνουν στην υπηρεσία, ενώ φωνάζει και κάποιους που ήταν «εκτός» εκείνη την ημέρα. Κανείς δεν φέρνει αντίρρηση. Οπως θα ομολογήσουν αργότερα, «είχαν περιέργεια να δουν από κοντά τον άνθρωπο που σκότωσε τον δικό τους…».

Το τζιπ της αστυνομίας πέρασε την πύλη της φυλακής στις 3.35 το μ.μ. της Πέμπτης. Ο διευθυντής «παρέλαβε» τον Καρέλι, ο οποίος είχε δύο χειροπέδες στα χέρια και μία στα πόδια. Κατά την «παραλαβή», τον βλέπει χτυπημένο και δεν αρκείται στην τυπική «φωτογραφία ταυτότητας», αλλά λέει στους υπαλλήλους να τον γδύσουν. Από τις 3.40 μέχρι και τις 3.42 μ.μ. οι σωφρονιστικοί ισχυρίζονται πως έβγαλαν συνολικά 7 φωτογραφίες: μία από το πρόσωπο όπου είναι εμφανείς οι μώλωπες και το μαυρισμένο μάτι, από την παλάμη που είναι κατάμαυρη, από την πλάτη, όπου υπάρχουν γραμμές από κλομπ, από τον αγκώνα όπου υπάρχει κάτι σαν τρύπα, πίσω από τους γλουτούς, στα πόδια. Ο Καρέλι μεταφέρεται στο δωμάτιο αναμονής – «το ψυγείο», όπως το αποκαλούν: 15 τ.μ. με ένα παράθυρο από πλεξιγκλάς και κάγκελα, που «βλέπει» στον εσωτερικό διάδρομο, αλλά δεν το «βλέπουν» οι κάμερες. Εκεί τις επόμενες δυόμισι ώρες θα μπουν τουλάχιστον 10 σωφρονιστικοί. Αλλοι κάθονται για λίγα λεπτά, άλλοι περισσότερο…

Ολοι στα όρια από την πίεση

Μετά τις 6 μ.μ. ο Καρέλι μεταφέρεται στο κελί του. Ενας κρατούμενος που μόλις το είχε καθαρίσει από τα πριονίδια που είχε αφήσει η εγκατάσταση της κάμερας μπαίνει στο δωμάτιο-ψυγείο με μια… σφουγγαρίστρα. Κηλίδες αίματος, όμως, θα μείνουν από το «φουριόζικο» σφουγγάρισμα και θα μαρτυρήσουν τις επόμενες ημέρες αυτά που αρχικά θα αρνηθούν οι σωφρονιστικοί… Ο Καρέλι ζητάει ένα πιάτο φαγητό, αλλά δεν το ακουμπάει. Η κάμερα καταγράφει τις τελευταίες του ώρες: Φαίνεται ανήσυχος. Προσπαθεί να βολευτεί, κάποια στιγμή βγάζει τη φόρμα του, στριφογυρίζει και τελικά μοιάζει να αποκοιμάται. Ο σωφρονιστικός που τον παρακολουθεί κάποια στιγμή του φωνάζει από το τζάμι, αλλά δεν παίρνει απάντηση. Στη μία τα ξημερώματα διαπιστώνεται και επίσημα ο θάνατός του. Το άλλο πρωί, οι σωφρονιστικοί είναι σκυθρωποί, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μοιάζουν να ανησυχούν. «Ηταν ήδη χτυπημένος, δεν είχαμε λόγο να τον ακουμπήσουμε», θα πουν όχι μόνο στους δημοσιογράφους, αλλά και σε φίλους και συναδέλφους τους. Η Ασφάλεια Σερρών θα πάρει τις πρώτες καταθέσεις, αλλά ύστερα από ένα 24ωρο η ανάκριση θα «περάσει» στο Εσωτερικών Υποθέσεων. Η σωματική κούραση και η ψυχολογική πίεση που τους ασκείται θα τους φέρει στα όριά τους. Ενας από αυτούς φεύγει από την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης μετά 28 ώρες, εξουθενωμένος. Οταν φτάσει στο σπίτι του θα πει στη γυναίκα του να πάρει τους δύο γιους του και να φύγουν. Αυτή ανησυχεί και φωνάζει για βοήθεια. Οι φίλοι του θα τον βρουν στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Καταλαβαίνουν πως στην κατάθεσή του έχει «ξεφύγει» από την αρχική θέση και έχει ομολογήσει πως «του έδωσαν κάτι ψιλές». Οι ψιλές γίνονται χαστούκια και στην κατάθεση ενός άλλου φύλακα περιγράφονται ως «μπουνιές». Κάπως έτσι άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι που ξεκινάει από το «κελί-καντίνα» του Μαλανδρίνου, περνάει από το Α.Τ. Ιτέας και καταλήγει στο «κελί-ψυγείο» της Νιγρίτας…