ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ταξίδι στη μνήμη με αφορμή μια φωτογραφία

taxidi-sti-mnimi-me-aformi-mia-fotografia-2107006

«Μέρα με τη μέρα γινόμουν πιο ανήσυχη. Σκεπτόμουν ότι κάτι έπρεπε να κάνω, τι όμως; Για μένα ήταν και είναι μια απίστευτη ιστορία». Καλά έλεγαν οι παλιοί στις εφημερίδες ότι οι ομορφότερες ιστορίες κρύβονται στα γράμματα των αναγνωστών. Η συγκεκριμένη επιστολή ήταν χειρόγραφη, με κάπως παλιομοδίτικο γραφικό χαρακτήρα και κάποια –λίγα– ορθογραφικά λάθη. «Ζητώ συγγνώμη για τα λάθη μου στα ελληνικά, τα έμαθα τελείως αυτοδίδακτα», σημείωνε σε κάποιο σημείο η αποστολέας της στην «Κ».

Ηταν η 77χρονη Γκιζέλα Καλαρίτη από το Ουλμ της Γερμανίας. Το επώνυμό της οφείλεται στον Ελληνα σύζυγό της (είναι χήρα σήμερα), αλλά τα ελληνικά τα είχε μάθει από μόνη της πολύ πριν τον γνωρίσει. Από μικρή τη γοήτευε κάθε τι ελληνικό. Ηταν τελείως ανεξήγητο. Κάποια στιγμή είχε ρωτήσει τον πατέρα της: «Τι είναι αυτό που με τραβάει τόσο σε αυτή τη χώρα; Μήπως τυχόν έχουμε κάποια μακρινή καταγωγή;». Οσο όμως κι αν διέτρεξαν το γενεαλογικό τους δένδρο, δεν εντόπισαν κάποια σύνδεση. Πριν βγει στη σύνταξη, εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην τοπική εφημερίδα, στην οποία είχε δημοσιεύσει πληθώρα άρθρων ελληνικού ενδιαφέροντος.

Γιατί όμως είχε επικοινωνήσει τώρα με την «Κ»; Ολα άρχισαν τον περασμένο Απρίλιο, όταν «με καθυστέρηση», όπως λέει, διάβασε το φύλλο της 15ης Μαρτίου. Πιστή αναγνώστρια εδώ και 25 χρόνια, όπως γράφει στην επιστολή, έχει ζητήσει από το τοπικό πρακτορείο να της κρατάει κάθε βδομάδα το κυριακάτικο φύλλο, μαζί με «Τα Νέα» και την «Εφημερίδα των Συντακτών». «Ομως, εκείνες τις μέρες είχα δουλειές, άργησα να την πιάσω στα χέρια μου». Την άνοιξε τέλος Απριλίου και με το που βρέθηκε στην επίμαχη σελίδα, αναγνώρισε αμέσως τον άνθρωπο στην κεντρική φωτογραφία. Ηταν το συγκλονιστικό ρεπορτάζ του Σάκη Ιωαννίδη για τον 87χρονο σήμερα Χάιντς Κούνιο, έναν από τους τελευταίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος, τον άνθρωπο που επιβιβάστηκε στο πρώτο τρένο που αναχώρησε 70 χρόνια νωρίτερα από τη Θεσσαλονίκη για το Αουσβιτς. Η κ. Καλαρίτη γύρισε αμέσως τριάντα χρόνια πίσω.

«Μου έμειναν αξέχαστοι»

Στο πλαίσιο έρευνάς της για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, το 1984, η μάχιμη τότε ρεπόρτερ είχε επισκεφθεί τη συμπρωτεύουσα. Σχεδόν τυχαία, σε μια βόλτα της στην πόλη είχε βρεθεί στο φωτογραφείο που διατηρούσε ο κ. Κούνιο. Είχαν μιλήσει αρκετή ώρα. «Τότε πήρα και το βιβλίο του “Εζησα το Θάνατο”, το οποίο διάβασα 3-4 φορές. Τις περισσότερες φωτογραφίες τις έχει τραβήξει ο ίδιος. Οπως μου είχε πει, την ημέρα της απελευθέρωσης από τα στρατόπεδα –35 κιλά είχε μείνει τότε όλα κι όλα–, οι Αμερικανοί τον ρώτησαν τι δουλειά κάνει. Τους είπε ότι είναι φωτογράφος και τότε του έδωσαν μια μηχανή. Γι’ αυτό έχουμε πολλές αυθεντικές φωτογραφίες». Με τα χρόνια, η Γκιζέλα έχασε την επαφή με την οικογένεια Κούνιο (σ.σ. το 1988 είχε γνωρίσει και την αδερφή του, Ερικα). «Ομως, μου έμειναν αξέχαστοι στο μυαλό μου. Δεν ήξερα αν ζουν ή αν πέθαναν, μέχρι που διάβασα την “Καθημερινή”».

Το γεγονός την αναστάτωσε. «Πέρασα μία εβδομάδα περπατώντας πάνω-κάτω στο διαμέρισμά μου, σκεπτόμενη τι θα μπορούσα να κάνω», λέει στην «Κ». Τηλεφώνησε σε γνωστό της στο δημοτικό πανεπιστήμιο του Ουλμ. «Γιατί δεν διοργανώνουμε μια σειρά εκδηλώσεων για την Ελλάδα;», του είπε. «Τόσα χρόνια στον γερμανικό Τύπο βρίζουν τους Ελληνες, γράφουν για τα λάθη τους, ότι είναι τεμπέληδες, δεν είναι σωστό. Δεν είναι σωστό να χαρακτηρίζεις έναν ολόκληρο λαό». Εκείνος δέχθηκε αμέσως. Του πρότεινε να διοργανώσουν προβολή του ντοκιμαντέρ «Agora» του Γιώργου Αυγερόπουλου για την ελληνική κρίση, να προσκαλέσουν τον Πέτρο Μάρκαρη να μιλήσει για τους «Τίτλους Τέλους», τον επίλογο της τριλογίας της κρίσης, τον επιζώντα του Διστόμου Αργύρη Σφουντούρη και βέβαια τον Χάιντς Κούνιο.

Η κ. Καλαρίτη είχε ανησυχία για το εάν ο Κούνιο θα δεχόταν να ταξιδέψει. «Εψαξα στις παλιές μου ατζέντες, είκοσι χρόνων πίσω, και βρήκα το τηλέφωνο του σπιτιού του. Είχα άγχος, έλεγα από μέσα μου “να είσαι θαρραλέα°». Τελικά, ο κ. Κούνιο –όπως και οι υπόλοιποι τρεις– αποδέχθηκε αμέσως την πρόσκληση. Η δική του εκδήλωση προγραμματίστηκε για τις 30 Σεπτεμβρίου.

«Σαν μια γειτονιά»

«Μόλις έφτασε, πέρασα μαζί του 3-4 ώρες στο ξενοδοχείο, μιλήσαμε πολύ. Ηταν πολύ ωραία ατμόσφαιρα, σαν να ήμασταν γειτονιά. Η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία, στην αίθουσα δεν ακουγόταν κιχ. Παρά την ηλικία του, μίλησε μιάμιση ώρα συνεχόμενα γι’ αυτά που πέρασε στα στρατόπεδα των SS. Οταν κόμπιαζε, τον βοηθούσε η κόρη του που τον είχε συνοδεύσει. Ηταν ένα φοβερό team work. Είμαι πολύ χαρούμενη που συνέβη όλο αυτό».