ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Δεν λυπήθηκα ούτε ένα ευρώ που έδωσα»

den-lypithika-oyte-ena-eyro-poy-edosa-2107627

Σμύρνη, Οκτώβριος. Φορούν στολές παραλλαγής ή τουλάχιστον τα παντελόνια από αυτές. Μέχρι πριν από μερικούς μήνες μπορεί να πολεμούσαν για τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό», τον τακτικό στρατό της Συρίας ή για κάποια κουρδική πολιτοφυλακή. Αλλά τώρα, όταν μοιράζουν σωσίβια στο κέντρο της Σμύρνης ή συζητούν χαμηλόφωνα με εκείνους που μόλις έχουν φτάσει από την Αντιόχεια ή την Κωνσταντινούπολη, «κάνουν άλλη δουλειά».

«Είναι φίλοι μου», λέει ο Κούρδος Αμπντούλ Ρεζάκ, ένας μηχανικός από το Κομπάνι, που δεν έχει ψευδαισθήσεις για το τι θα μπορούσε να του στοιχίσει αυτή η φιλία. «Πληρώνω ξέροντας ότι μπορεί να πνιγώ. Μακάρι να είχα άλλη δυνατότητα, αλλά δεν έχω».

Ο Ρεζάκ περιμένει χρήματα από την οικογένειά του, τα μέλη της οποίας βρίσκονται στη Βόρεια Ευρώπη. Στη συνέχεια θα καταθέσει 1.200 ευρώ «για τη διάβαση» σε κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο ή στη ρεσεψιόν ενός φθηνού ξενοδοχείου στο κέντρο της Σμύρνης. Τα χρήματα θα μείνουν εκεί έως ότου «βρεθεί» και για αυτόν κάποιο νησί, «απέναντι». Οταν πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα, θα στείλει στον διακινητή με whats-up ή θα τηλεφωνήσει τον κωδικό που του έχουν δώσει από το ταξιδιωτικό γραφείο ή τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, ένα είδος PIN για τη «διάβαση». Ο Ρεζάκ και κάθε πρόσφυγας ή μετανάστης πληρώνουν μόνο αν περάσουν, αν δηλαδή η προώθησή τους στεφθεί από επιτυχία. Αν τους πιάσουν, συμβεί κάτι με τη βάρκα ή πέσουν σε κακοκαιρία και επιστρέψουν, δεν πληρώνουν. Στην ουσία, ο τρόπος πληρωμής είναι «success fee». Το ίδιο ποσό -1.200 ευρώ οι ενήλικοι, 600 τα παιδιά, έκπτωση στα… μεγαλύτερα γκρουπ- ισχύει για όσες διαβάσεις χρειασθεί έως ότου φθάσουν με ασφάλεια σε ελληνικό νησί. Αν ο πρόσφυγας ή ο μετανάστης το μετανιώσουν, τότε χάνουν 50 ευρώ -η «προμήθεια» του ταξιδιωτικού γραφείου- αλλά παίρνουν τα χρήματά τους πίσω.

Ομως πολλοί από τους πρόσφυγες και τους διακινητές με τους οποίους μιλήσαμε, τόσο στη Σμύρνη όσο και στον νομό του Τσανάκαλε που χρησιμοποιείται για τη διάβαση στη Μυτιλήνη, έχουν μια «συμβιωτική σχέση», δηλαδή οι ίδιοι οι πρόσφυγες και λαθρομετανάστες δεν θεωρούν διόλου παράνομους τους διακινητές τους. «Δεν μετάνιωσα ούτε για ένα ευρώ που έδωσα στον φίλο μου», μας λέει ο Παλαιστίνιος Αχμέντ Μ. που από την Αντιόχεια έφθασε στη Σμύρνη για να περάσει στη Λέσβο. Ο «φίλος του» είναι ένας άλλος Σύρος παλαιστινιακής καταγωγής που, μετά τις σπουδές Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού, κάνει καριέρα ως διακινητής στα τουρκικά παράλια του Αιγαίου.

Ο Αχμέντ Μ. συνελήφθη δύο φορές από την τουρκική ακτοφυλακή πριν καταφέρει την τρίτη φορά να κάνει το επιτυχές πέρασμα στην Ελλάδα. Γιατί σε αντίθεση με εκείνα που πιστεύουν οι Αρχές στην Ελλάδα, οι διάφορες τουρκικές ομάδες διακινητών δεν είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις τουρκικές υπηρεσίες. Μπορεί να διαθέτουν τους πληροφοριοδότες τους στη στρατοχωροφυλακή ή στο λιμενικό, όμως έχουν μεγάλη υποστήριξη από τον τοπικό πληθυσμό, ιδιαίτερα στα χωριά της περιφέρειας του Αϊβατζίκ, απέναντι από τη Βόρεια Μυτιλήνη. Ωστόσο το κλιμάκιο της Frontex στη Μυτιλήνη έχει παρατηρήσει ότι οργανώνουν τις κινήσεις τους όταν για παράδειγμα το τουρκικό λιμενικό κάνει «διάλειμμα» και αλλαγή βάρδιας από τις 11 ώς τις 12 «παρά» κάθε πρωί.

Ο… μαθητευόμενος

Σε κάθε βάρκα υπάρχει ένας μαθητευόμενος διακινητής-μετανάστης που δέχεται ένα δεκάλεπτο μάθημα, πριν από την αναχώρηση της βάρκας, από τους έμπειρους ανθρώπους του κυκλώματος. Πολλές φορές οι διακινητές «χαρίζουν» στον συγκεκριμένο πρόσφυγα τον «ναύλο». Πάντως «πραγματικός» διακινητής έχει να συλληφθεί πάνω από έναν χρόνο. Οταν την περασμένη εβδομάδα οι άνδρες της λιμενικής αστυνομίας έπιασαν στον Μόλυβο μια 36χρονη γυναίκα με στολή δύτη, ύστερα από υπόδειξη περαστικών επειδή είχε «ξεμείνει» στη βάρκα, γρήγορα διαπίστωσαν ότι δεν ήταν διακινήτρια αλλά φωτογράφος για το τουρκικό περιοδικό ΝΟΚΤΑ και ένα πανεπιστήμιο της Δανίας, η οποία απαθανάτιζε τους πρόσφυγες κατά το πέρασμά τους από την Ασσο στον Μόλυβο. Ανακριτής και εισαγγελέας πείσθηκαν ότι θα ήταν πολύ δύσκολο η 36χρονη φωτογράφος να παραβιάζει τον κανόνα που θέλει τους πρόσφυγες να φθάνουν «μόνοι τους».

«Εχει πολύ μικρότερο ρίσκο και πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας», μας λέει στέλεχος της Frontex. «Οι πρόσφυγες έχουν σε πολλές περιπτώσεις τα τηλέφωνα του Λιμενικού στο νησί για να τηλεφωνήσουν σε περίπτωση που τους συμβεί κάτι. Σε άλλες περιπτώσεις έχουν τηλέφωνα και των Τούρκων λιμενικών»…Σύμφωνα με τα στοιχεία του Λιμενικού της Μυτιλήνης, στα τέλη Σεπτεμβρίου είχαν φτάσει στο νησί 210.000 άνθρωποι ενώ οι αγνοούμενοι και νεκροί έφθαναν τους 39.

Ετσι, κατά κυριολεξία οι δύο λιμενικές αρχές -ελληνική και τουρκική- αυτό που κάνουν είναι να παρακολουθούν τις βάρκες μη τυχόν κινδυνεύσουν. «Θα ήταν πολύ πιο παραγωγική η ανάσχεση αν υπήρχαν πεζές περιπολίες στην τουρκική πλευρά», παρατήρησε η ελληνική αντιπροσωπεία μιλώντας σχετικά στον Λουξεμβούργιο υπουργό Εξωτερικών Ζαν Ασελμπορν.

Αλλά μία αυτοψία στα μέρη που «φορτώνονται» οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στην τουρκική ακτή δείχνει ότι και τέτοια μέτρα λαμβάνονται από την τουρκική στρατοχωροφυλακή. Οχι βέβαια παντού. Για παράδειγμα, η παραλία της περιοχής Αϊβατζίκ εκτείνεται ακριβώς απέναντι από τη Μυτιλήνη σε μια ζώνη 40 χιλιομέτρων με κόλπους και κολπίσκους, δασωμένες περιοχές και χαράδρες. Οι διακινητές έχουν εκατοντάδες ανθρώπους στη «δούλεψή» τους και ανάμεσα στους ντόπιους, ενώ σε κάθε μεγάλη διασταύρωση υπάρχει αυτοκίνητο με «τσιλιαδόρους».

Πριν από τρεις εβδομάδες, όταν η στρατοχωροφυλακή μπροστά στα μάτια του γράφοντος αντέδρασε σε μια «φόρτωση» κοντά στην τουριστική παραλία της Ασσου, οι διακινητές «μάζεψαν» τους πρόσφυγες και πήραν τη βάρκα νοτιοδυτικά όπου δεν τους ενοχλούσε η στρατοχωροφυλακή. Οταν χάλασε η βάρκα, την αντικατέστησαν με άλλη και όταν το λιμενικό επέστησε την προσοχή της στρατοχωροφυλακής (σε ένα τζιπ) ότι άλλαξαν σημείο εκκίνησης, αυτοί απλώς μετακινήθηκαν πάλι αλλού.

«Στην πραγματικότητα, όλοι θέλουν να δουλέψουν σε αυτή τη δουλειά όταν τελειώνει η σεζόν σε αυτά τα μέρη…», μας λέει ο Μουράτ Μ., δικηγόρος από τη Σμύρνη, που έχει βρεθεί πολλές φορές με κατηγορούμενους του «χώρου» ενώπιον εισαγγελέων και ανακριτών. «Μπορεί να σε πιάσουν και να σε δικάσουν, αλλά με κάθε φορτίο να αξίζει 60.000 δολάρια, ο πειρασμός είναι μεγάλος. Κάνεις ένα, κάνεις δύο, κάνεις τρία, και γλυκαίνεσαι σε όποια κλίμακα της ιεραρχίας και να είσαι. Αυτοί που αγοράζουν μαζικά τις πλαστικές βάρκες και τις μηχανές βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη. Τώρα που θα αρχίσει να χειμωνιάζει και να χαλάει ο καιρός, θα χρειασθούν για τη διάβαση μεγαλύτερα, παλιά πλοιάρια που θα αγορασθούν για ένα ταξίδι. Μετά θα κατασχεθούν στην Ιταλία ή την Ελλάδα. Αυτά φεύγουν συνήθως από τη Μερσίνα ή την περιοχή γύρω από αυτήν…». Το κλείσιμο ξενοδοχείων στο Τσεσμέ και το Κουσάντασι «ενίσχυσε τις τελευταίες ημέρες την κίνηση προς τη Χίο (απέναντι από το Τσεσμέ) και τη Σάμο (περιοχή Κουσάντασι). Η σύνθεση των ομάδων διακίνησης είναι πολυεθνική, δίπλα στους Τούρκους υπάρχουν Αραβες και Κούρδοι. Τα αφεντικά σπάνια τα βλέπει κανείς. Οταν στις αρχές Οκτωβρίου βρεθήκαμε στην περιοχή του Αϊβατζίκ στην Ασσο, οι διακινητές πυροβόλησαν έναν Πακιστανό λαθρομετανάστη που ήθελε να μπει στη βάρκα χωρίς να έχει πληρώσει εκεί που έπρεπε…

Καθώς περιμέναμε το ασθενοφόρο πλάι στον τραυματισμένο, έφθασε ένα Αudi με φιμέ τζάμι και πινακίδες Κωνσταντινούπολης.Το παράθυρο του συνοδηγού άνοιξε. Μέσα στο αμάξι κάθονταν δύο άνδρες «ντουλάπες», με χρυσές αλυσίδες. Ο συνοδηγός ρώτησε τι έγινε. Κάποιος τον πληροφόρησε και εκείνος απάντησε πως «είναι κακό, αλλά θα ήταν άδικο να μπει κάποιος δωρεάν όταν οι άλλοι έχουν πληρώσει για να μπουν». Ανέβασε το τζάμι του αυτοκινήτου, πάτησε γκάζι και εξαφανίστηκε…