ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Καλά, αυτοί έφυγαν νωρίς… από το Δημόσιο

upalliloi

«Πολύ πριν» από τη συνταξιοδότησή τους, αποχαιρετούν το Δημόσιο -όνειρο και επαγγελματικό καταφύγιο γενεών και γενεών…- αλλάζουν ρότα στηριζόμενοι στα προσόντα τους και την τόλμη, απαντώντας στις απαιτήσεις των καιρών, συμπληρώνοντας στο βιογραφικό τους την εμπειρία τους από τα «καλά» και «κακά» του ελληνικού βαθέος κράτους. Η «Κ» παραθέτει χαρακτηριστικές περιπτώσεις (νέων) Ελλήνων που άνοιξαν μόνοι τους… την πόρτα φυγής από το Δημόσιο.

«Η έκπληξη των δικών μου ανθρώπων ήταν μεγάλη, όταν ανακοίνωσα ότι αλλάζω καριέρα» αποκαλύπτει στην «Κ» ο 45χρονος Χρήστος Χρήστου, που μετά 13 χρόνια στο Δημόσιο, ζήτησε πέρυσι τον Ιανουάριο, άδεια άνευ αποδοχών, «η οποία τώρα εκπνέει αλλά δεν σκοπεύω να την ανανεώσω, ναι, παραιτούμαι». Ο 45χρονος απόφοιτος του ΕΜΠ, που εργάστηκε στην κεντρική διαχειριστική αρχή του κοινοτικού πλαισίου στήριξης στο υπουργείο Οικονομίας και εν συνεχεία στην Αναπτυξιακή Εταιρεία του Δήμου Αθηναίων, είναι ένας από τους Νεοέλληνες για τους οποίους η εργασιακή σχέση-σκέπη του Δημοσίου δεν αποτελεί ούτε στόχο, πόσω μάλλον όνειρο ζωής.

Πώς πήραμε την απόφαση

«Θέλω να μαθαίνω συνεχώς νέα πράγματα, όταν αυτό εξαντλήθηκε στους κόλπους του Δημοσίου και ακυρώθηκε και οποιοδήποτε οικονομικό κίνητρο – έπειτα από τρεις διαδοχικές μειώσεις μισθού, άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά την εκ νέου μετακίνησή μου στον ιδιωτικό τομέα» εξηγεί ο ίδιος, που εργάζεται σήμερα σε ιδιωτική συμβουλευτική εταιρεία, καθώς «επανήλθα στον χώρο απ’ όπου ξεκίνησα, μόνο που τώρα έχω πιο διευρυμένο αντικείμενο, πέρα από τα θέματα τεχνολογίας και ποιότητας, διαχειρίζομαι εξίσου θέματα οικονομίας και στρατηγικής».

Πώς βαθμολογεί το «πέρασμά» του από το Δημόσιο: Ως εποικοδομητικό λέει, καθώς έμαθε πώς λειτουργεί «όπως και την ιστορικότητα, ποια δηλαδή στρατηγική ακολουθεί η χώρα σε βάθος χρόνου…», σπεύδοντας να διευκρινίσει ότι «δεν ήμασταν ένα τυπικό παράδειγμα Δημοσίου, επρόκειτο για ένα νέο πεδίο εξαιρετικά απαιτητικό, για παράδειγμα, κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς που κλείναμε το οικονομικό έτος μέναμε έως τις 9 μ.μ.». Αλλωστε, «στην εν λόγω διεύθυνση, συνυπήρχαμε τόσο άνθρωποι που προερχόμασταν από τον ιδιωτικό κλάδο όσο και άλλοι που δούλευαν εξαρχής στο Δημόσιο. Αυτό έφερε μια σταδιακή ώσμωση», ενώ «αρχικά υπήρχε εκατέρωθεν επιφυλακτικότητα, η οποία ξεπεράστηκε», υπογραμμίζει με νόημα. Ο κ. Χρήστου εκτιμά ότι το Δημόσιο «δεν είναι ένα εύκολο εργασιακό περιβάλλον», επισημαίνοντας ταυτόχρονα (…) ότι «μετά διάλειμμα δεκατριών ετών βρήκα τον ιδιωτικό τομέα εμπλουτισμένο με νέους ανθρώπους που διαθέτουν πολλές δεξιότητες, κάτι που συμβάλλει στη δημιουργία ευκαιριών για όλους».

Πριν από δεκατρία χρόνια μια τυχαία συζήτηση «εν πλω» προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Μυτιλήνη, ώθησε τον 41χρονο σήμερα Γιάννη Σαλαβόπουλο να δώσει εξετάσεις για θέση εμπορικού ακολούθου αφήνοντας την καριέρα του ως δικηγόρου στο εμπορικό δίκαιο. Τον περασμένο Δεκέμβριο ακολουθώντας το ένστικτό του και βασιζόμενος στις συσσωρευμένες δεξιότητες και εμπειρίες, παραιτήθηκε από το υπουργείο Εξωτερικών για να ξεκινήσει να διδάσκει δημόσια πολιτική και εξωτερικές εταιρικές σχέσεις στο πανεπιστήμιο SRH στο Βερολίνο, ενώ ανέλαβε διακεκριμένη θέση σε αμερικανική εταιρεία με έδρα το Βερολίνο.

«Ουσιαστικά, υποστηρίζω και εφαρμόζω πλέον στην πράξη αυτό που ως εμπορικοί ακόλουθοι συμβουλεύουμε σε πιο θεωρητικό επίπεδο, δηλαδή την καινοτομία, τη στρατηγική επενδύσεων, σχέσεων με κυβερνήσεις και Ε.Ε., την εξωστρέφεια επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων και ελληνικών, οι οποίες θέλουν να επεκταθούν στο εξωτερικό, όπως Γερμανία, αλλά και το αντίστροφο» τονίζει στην «Κ», ο πρώην διπλωμάτης, που υπηρέτησε για έναν χρόνο στο Ντουμπάι και επτά στο Βερολίνο, όπου διετέλεσε για πέντε έτη επικεφαλής του εκεί Diplomatic Club. «Μου άρεσε η δικηγορία, αλλά με ενδιέφεραν πολύ και τα οικονομικά και η επιχειρηματικότητα», «επίσης, ήθελα διακαώς να ζήσω και να εργαστώ στο εξωτερικό».

Το επάγγελμα αποδεικνύεται εξαιρετικά δημιουργικό, «όσο είσαι σε μια ελληνική πρεσβεία στο εξωτερικό». Οι ισορροπίες, όμως, αλλάζουν εν Ελλάδι. «Θεωρώ ότι το υψηλό επίπεδο των στελεχών του υπουργείου Εξωτερικών μένει αναξιοποίητο, εξαιτίας της επικρατούσας δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας».

«Τα δέκα χρόνια είναι για μένα το χρονικό όριο, στο οποίο όλοι οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να αλλάζουν αντικείμενο και περιβάλλον δουλειάς» λέει με θάρρος γνώμης (και τόλμης) η κ. Βασιλική Λεοντάρη, που ύστερα από 11 χρόνια υπηρεσίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αποφάσισε το 2009 να ξεκινήσει να εργάζεται στη ΜΚΟ «Αποστολή». «Οταν άρχισα να διαπιστώνω ότι δεν μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου όπως ήθελα και εφόσον είχα μια άλλη επαγγελματική πρόταση, αποφάσισα να αλλάξω ρότα» συνοψίζει στην «Κ» η κ. Λεοντάρη, που έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες σε Ελλάδα και Αμερική. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, είχε εργαστεί σε διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ. Η εποχή μετάβασής της συνέπεσε με την έναρξη της οικονομικής κρίσης, που έφερε «εκτίναξη» των αναγκών στον τομέα της πρόνοιας, κάνοντας το νέο της πόστο ακόμα πιο ενδιαφέρον. «Δεν πίστευα ποτέ ότι θα έμενα σε όλη μου τη ζωή σε μία δουλειά» τονίζει στην «Κ».

Δοκιμάσθηκα στην τάξη

«Για πλάκα», όπως ο ίδιος λέει, είχε δώσει πριν από δέκα χρόνια εξετάσεις στο ΑΣΕΠ ως καθηγητής πληροφορικής ο 37χρονος κ. Νίκος Βεντούρας, «απροετοίμαστος μάλιστα καθώς ακόμα ήμουν στρατό». Πέτυχε, όμως, και αποφάσισε να δοκιμαστεί… στην τάξη. «Η επαφή με τα παιδιά μου άρεσε πολύ, αλλά λόγω αδυναμίας συμπλήρωσης ωρών διδασκαλίας, βρέθηκα σε διευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης». Εκεί, έρχεται αντιμέτωπος με ένα απαρχαιωμένο γραφειοκρατικό σύστημα, ενώ οι επιπτώσεις της κρίσης αρχίζουν σιγά σιγά να γίνονται απτές. «Η χαριστική βολή δόθηκε με την περικοπή των μισθών μας κατά 30%, με αποτέλεσμα από 1.200 να πάω στα 900 ευρώ». Ετσι, αποφασίζει το 2012 να παραιτηθεί, «γνώριζα ότι στον ιδιωτικό τομέα υπήρχαν ευκαιρίες για πτυχιούχους Πληροφορικής». Παράλληλα με τη σημερινή του εργασία ως προγραμματιστής, «έχτισε» μια μικρή προσωπική εταιρεία με την προοπτική παραγωγής ντοκιμαντέρ. «Γύρισα με υποτυπώδη μέσα ένα ντοκιμαντέρ το 2014, «το παλικάρι, ο Λούης Τίκας και η σφαγή του Λάντλοου», το οποίο κατάφερε, πέρα από κάθε προσδοκία, να ψηφιστεί ως το καλύτερο της χρονιάς στο Φεστιβάλ της Χαλκίδας και να βγει σε δύο αθηναϊκές αίθουσες» σημειώνει με καμάρι. «Θεωρώ ότι το ερώτημα που τίθεται πλέον στη γενιά μου αλλά και τις επόμενες γενιές, δεν είναι το Δημόσιο ή ο ιδιωτικός τομέας, αλλά το Ελλάδα ή εξωτερικό» τονίζει ο κ. Βεντούρας.