ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Νομικός πόλεμος για τα ομόλογα

xrimatistirio--3

Το Πρωτοδικείο της Ευρωπαϊκής Ενωσης απέρριψε τον Οκτώβριο την προσφυγή 216 Ιταλών πολιτών κατά της ΕΚΤ για το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων. Εξι μήνες πριν, το διαιτητικό δικαστήριο της συνθήκης της Ουάσιγκτον για την προστασία των επενδύσεων, επίσης απέρριπτε αίτηση αποζημίωσης του Σλοβακικού Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας για το «κούρεμα» των ελληνικών κρατικών ομολόγων (νόμος 4050/2012). Ταυτόχρονα, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Αυστρίας δέχθηκε το αίτημα Αυστριακών που προσφεύγουν κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας για τις απώλειές τους από το «κούρεμα» αυστριακών ομολόγων, με το σκεπτικό ότι τα αυστριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν μία αστική διαφορά, η οποία δεν εμπίπτει στην ασυλία που απολαμβάνουν κράτη για αποφάσεις τους.

Στις 7 Μαρτίου 2016, ο σύνδεσμος για την προστασία των επενδυτών της Γερμανίας εμφανίζεται ενώπιον του Γερμανικού Ανωτάτου Ακυρωτικού (BGH), επιδιώκοντας να ακυρώσει προηγούμενες αποφάσεις που αναγνωρίζουν την ασυλία της Ελληνικής Δημοκρατίας για το ζήτημα (Staatenimmunitaet). Σύμφωνα με την Αρχή, ένα κράτος δεν μπορεί να κρίνεται για πράξεις που εμπίπτουν στην κυριαρχία του από τις δικαστικές αρχές άλλου κράτους. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται –όπως και στην Αυστρία– ότι οι εμπορικές πράξεις είναι αστικού χαρακτήρα και πάντως όχι πράξεις κυριαρχίας με την «κλασική έννοια».

Την ίδια ώρα, ο εκκαθαριστής της πρώην Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προσφεύγει εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης –με την ανοχή αν όχι τη στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας– στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο για την προστασία των επενδύσεων, παρά το γεγονός ότι η μέχρι τώρα νομολογία μικρά περιθώρια επιτυχίας δίνει στο κυπριακό εγχείρημα.

Ετσι, τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο ελληνικό «κούρεμα» ομολόγων σε όλα τα δικαστήρια της Γηραιάς Ηπείρου αλλά και στο Διαιτητικό Δικαστήριο για τη συνθήκη της Ουάσιγκτον «μαίνεται» ο νομικός πόλεμος όσων έχασαν από την απόφαση των διεθνών πιστωτών της χώρας για την ανταλλαγή των ομολόγων του 2012. Χωρίς ωστόσο οι προσφεύγοντες να έχουν καταφέρει το παραμικρό εκτός από το να υποχρεωθούν σε σοβαρά δικαστικά έξοδα.

Το Σλοβακικό Ταμιευτήριο

Κορυφαία ίσως απόφαση ήταν εκείνη του Διαιτητικού Δικαστηρίου στην Ουάσιγκτον να απορρίψει την προσφυγή σλοβακικής τράπεζας και κυπριακής εταιρείας που εμφανιζόταν ως κύριος μέτοχός της (Istrokapital). Στις αρχές του 2013 οι δύο εταιρείες είχαν προσφύγει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας με βάση τη συμφωνία Ελλάδας και Κύπρου για την προστασία των επενδύσεων με τη Σλοβακία. Η σλοβακική τράπεζα είχε το δικηγορικό γραφείο Debevoice &Plimpton LLP, ενώ το υπουργείο Οικονομικών είχε επιλέξει το γραφείο Cleary Gottlieb. Οι Σλοβάκοι είχαν αγοράσει πέντε σειρές ομολόγων (10ετών και 5ετών) με επιτόκιο από 4,1 έως 6,25%.

Οι αγορές έγιναν από τον Ιανουάριο ώς τον Απρίλιο του 2010 και είχαν ύψος 500 εκατ. ευρώ. Η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι τοποθετήσεις σε ομόλογα δεν λογίζονται ως επενδύσεις με τον ορισμό της διμερούς συμφωνίας για την προστασία τους. Το ταμιευτήριο της Σλοβακίας δεν είχε αγοράσει ομόλογα ως επιλογή τοποθέτησης αλλά σε ένα «πακέτο» τίτλων μέσω του συστήματος Clearstream. Στη διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι Σλοβάκοι πουλούσαν και επαναγόραζαν τα ελληνικά ομόλογα. Οι συμφωνίες μιλούσαν ρητά για «εταιρικά ομόλογα» και δεν συμπεριελάμβαναν «κρατικά ομόλογα». Ετσι το δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν έχει αρμοδιότητα, καθώς οι τοποθετήσεις σε ομόλογα δεν ήταν επενδύσεις, η συνθήκη κατά λέξη προστατεύει «τις μετοχές, τις μετοχές και μόνο τις μετοχές». Οι Σλοβάκοι έκαναν έφεση.

Σημαντικότερη ίσως λεπτομέρεια που έμαθε η «Κ» από κυβερνητική πηγή της περιόδου που έγινε το «κούρεμα» είναι ότι η Ελληνική Δημοκρατία απευθύνθηκε τόσο στη Σλοβακία όσο και στην Κύπρο σε πολιτικό επίπεδο, ώστε να γίνει δυνατή η ανταλλαγή επιστολών με την οποία θα δινόταν η διαβεβαίωση ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο επικαλύπτει τη σχετική συνθήκη. Το ζήτημα είναι νομικά αμφιλεγόμενο, με πολλούς ειδικούς να δέχονται ωστόσο την ελληνική εκδοχή. Σημειώνεται ότι η εκκαθαρίστρια της «Λαϊκής» διεκδικεί από την Ελλάδα άνω των 4 δισ. ευρώ, όχι μόνο για τις ζημίες από το «κούρεμα» αλλά και λόγω του αποκλεισμού της από τον ELA. Νομιμοποιητική βάση της προσφυγής είναι η συμφωνία Ελλάδας και Κύπρου του 1992 για την προστασία των επενδύσεων. Η ελληνική πλευρά, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», θα επικαλεσθεί ότι οι κανόνες της Ευρωζώνης υπερισχύουν των σχετικών διατάξεων της διμερούς συνθήκης.