ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Πώς χάθηκε η μετάφραση για τη Siemens

pos-chathike-i-metafrasi-gia-ti-siemens-2142503

Ηταν πρωινό του Οκτωβρίου του 2015, πριν αρχίσει η δίκη της Siemens, σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο της Αθήνας όπου συγκεντρώθηκαν οι Ελληνες και Γερμανοί συνήγοροι των 13 Γερμανών κατηγορουμένων στη δίκη της Siemens. Πώς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στο κατηγορητήριο και τι ενστάσεις θα μπορούσαν να προβάλουν, αναρωτήθηκε κάποιος.
«Μα τα έχουν δημιουργήσει μόνοι τους, το βούλευμα δεν είναι σε γλώσσα που να καταλαβαίνουν οι πελάτες μας».

Η μάχη των ενστάσεων

Πολύ γρήγορα όλοι συμφώνησαν ότι το ζήτημα αυτό θα ήταν εκείνο επί του οποίου θα έπρεπε να δοθεί η μάχη των ενστάσεων. «Η ελληνική Δικαιοσύνη δεν μπορεί να κάνει δικαστήριο με 65 κατηγορουμένους» σημείωσε εμπειρότατος ποινικολόγος, ενώ ένας νεότερος συνάδελφός του έριξε την ιδέα, σε τμήματα της δίκης, να εμφανίζονται Γερμανοί κατηγορούμενοι και να ζητούν μεταφραστές για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν τη διαδικασία.

Ολοι αναγνώριζαν το πρόβλημα. Ολοι; Ολοι εκτός από την Εισαγγελία Εφετών που στις 18 Νοεμβρίου 2015 διά της αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνάς Θεοδωροπούλου είχε αποφανθεί ότι «δεν είναι απαραίτητη η συνεπίδοση μετάφρασης, όταν ο κατηγορούμενος έλαβε έγκαιρα γνώση της κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και ως εκ τούτου προετοίμασε την υπεράσπισή του…».

Πράγματι, η πλειονότητα των Γερμανών κατηγορουμένων εμφανίστηκε και απολογήθηκε στην ανακρίτρια Μ. Νικολακέα, αλλά το παραπεμπτικό βούλευμα, όπως σημείωσε ο κ. Ηλίας Αναγνωστόπουλος, υποστηρίζοντας την ανάγκη να είχε παρασχεθεί έγκαιρα στα γερμανικά (και στα γαλλικά σε ό,τι αφορά τον κατηγορούμενο Ζαν-Κλοντ Οσβαλντ), δεν ήταν ακριβές αντίγραφο όσων είχαν προηγηθεί. Στην πραγματικότητα στο Εφετείο είχαν αποφασίσει από πέρυσι την άνοιξη να το «ρισκάρουν» χωρίς μετάφραση ουσιωδών εγγράφων του κατηγορητηρίου και γι’ αυτό ήταν ενήμερο και το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Μάλιστα, την άνοιξη του 2015, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Χ. Βουρλιώτης, είχε απορρίψει αίτημα αναίρεσης των Γερμανών να τους χορηγηθεί γερμανικό αντίγραφο του παραπεμπτηρίου βουλεύματος, με το σκεπτικό ότι «είχαν λάβει γνώση του περιεχομένου του οι Ελληνες συνήγοροί τους».

Με μια κουβέντα, από την αρχή η Δικαιοσύνη αντιμετώπιζε εχθρικά την ιδέα να χορηγηθούν στους αλλοδαπούς κατηγορουμένους σημαντικά έγγραφα της δίκης στη γλώσσα τους. Ομως, υπήρχαν ήδη δικαστές που είχαν αρχίσει από την άνοιξη του 2015 να προβληματίζονται για τη διαρκή επάνοδο του αιτήματος των συνηγόρων των Γερμανών κατηγορουμένων να μεταφραστεί το βούλευμα.

Ενας από τους δικαστές αυτούς ήταν και ο πρόεδρος του δικαστηρίου κ. Σωτήρης Τσιμπέρης. Ετσι, το πρώτο μέρος της μετάφρασης, ήτοι 696 σελίδες, στέλνεται 25 ημέρες πριν από την έναρξη της δίκης, στις 2 Νοεμβρίου, ενώ η δίκη άρχιζε στις 27 Νοεμβρίου του 2015. Το δεύτερο μέρος, 882 σελίδες, εστάλη στις 13 Μαΐου του 2016. Να σημειωθεί ότι ολόκληρο το βούλευμα αριθμεί 4.500 σελίδες και μόνο το «διά ταύτα» του 1.578. Η μετάφρασή του αρκεί για να επανεκκινήσει η δίκη.

«Βέβαιη η παραγραφή»

Ο ελληνικός νόμος, που μετατρέπει σε ελληνικό δίκαιο την ευρωπαϊκή οδηγία περί υποχρεωτικής μετάφρασης του βουλεύματος, αναφέρει ότι η μετάφραση μπορεί να πληρωθεί και από τους κατηγορουμένους αν έχουν χρήματα, ενώ δεν την επιβάλλει όταν υπάρχουν λόγοι επείγοντος. Τέτοιοι δεν υπήρχαν στην υπόθεση της Siemens που βρισκόταν στο ανακριτικό στάδιο επί μία εξαετία.

Στην Εισαγγελία ήταν βέβαιοι ότι θα απερρίπτετο το αίτημα για την ανάγκη μετάφρασης του βουλεύματος, είπε στην «Κ» δικαστική πηγή που ζήτησε να παραμείνει ανώνυμη. Ομως και ο εισαγγελέας της έδρας Χαράλαμπος Τζώνης, αν και απέρριψε το αίτημα να υπάρξει μεταφρασμένο το βούλευμα, ρώτησε κάποια στιγμή σε προηγούμενη συνεδρίαση τους συνηγόρους, αν θα ικανοποιούνταν με το «μισό» βούλευμα, ένδειξη ότι έμμεσα, παρά τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα, τον απασχολούσε το ζήτημα των ουσιαστικών ισχυρισμών των συνηγόρων των αλλοδαπών κατηγορουμένων. Η συνήγορος Ολγα Τσόλκα είχε πει στην «Κ» ότι η συνέχιση της δίκης χωρίς μετάφραση του βουλεύματος θα οδηγούσε με βεβαιότητα σε επανάληψή της και μέσω αυτής στην παραγραφή των αδικημάτων για όσους δικαιώνονταν.