ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Περιφέρεια που αγαπάει το σινεμά

i-perifereia-poy-agapaei-to-sinema-2142680

Στην αρχή ήταν να το πουν «μνημόνιο συνεργασίας» αλλά μετά το ξανασκέφτηκαν και κατέληξαν στο πιο ουδέτερο «σύμφωνο». Η ουσία είναι πως οι υπογραφές μπήκαν και η συμφωνία μεταξύ του κινηματογραφικού συνεργατικού σχήματος (cluster) Hellenic Film Office και της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας επισημοποιήθηκε. Αλλωστε το ταξίδι-αστραπή των ανθρώπων του cluster στη Λαμία χθες το πρώι –μαζί κι εμείς– για να συναντήσουν τον περιφερειάρχη Κώστα Μπακογιάννη μπορεί να σημάνει την αρχή για κάτι πολύ θετικό και ενδιαφέρον.

Να τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Ο κινηματογραφικός συνεταιρισμός Hellenic Film Office αποτελείται από 15 εταιρείες με πολυετή δραστηριότητα στην παραγωγή οπτικοακουστικών έργων, κυρίως κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών προγραμμάτων. Βασικός τομέας δραστηριότητας του cluster είναι η εξυπηρέτηση ξένων παραγωγών, οι οποίες υλοποιούν γυρίσματα στη χώρα μας. Κι εδώ μπαίνει στο «παιχνίδι» η περιφέρεια. «Σκοπός της συνεργασίας μας είναι να αναδειχθεί η περιφέρεια σε film friendly περιοχή (σ.σ. φιλική προς τις κινηματογραφικές  παραγωγές),  με τα βραχυπρόθεσμα αλλά και τα μεσοπρόθεσμα  οφέλη, για παράδειγμα στον τουρισμό, να είναι μεγάλα», δήλωσε ο επικεφαλής του σχήματος κ. Παναγιώτης Παπαχατζής.

Ο κ. Μπακογιάννης επισήμανε ότι «σε αυτήν τη δύσκολη εποχή οφείλουμε να σκεφτόμαστε δημιουργικά και ανατρεπτικά. Η περιφέρειά μας, όπως και ολόκληρη η χώρα, έχει ως συγκριτικό πλεονέκτημα το εκπληκτικό φυσικό της τοπίο, επί της ουσίας ένα μεγάλο φυσικό σκηνικό. Το film office που δημιουργούμε φιλοδοξεί να προσελκύσει παραγωγές από όλο τον κόσμο, οι οποίες συνεπάγονται θέσεις εργασίας και οικονομικά οφέλη για όλους. Πάμε για γυρίσματα!».

Η υπογραφή του συμφώνου δεν είναι απλά τυπική διαδικασία. Οπως μας ενημέρωσε ο παραγωγός Κώστας Λαμπρόπουλος, η εταιρεία του (View Master) βρίσκεται ήδη σε αναζήτηση τοποθεσιών σε ολόκληρη την Εύβοια, προκειμένου να πραγματοποιηθούν εκεί τα γυρίσματα μιας πολύ μεγάλης γερμανικής παραγωγής τον προσεχή χειμώνα. Είναι φανερό πως η περιφέρεια μπορεί να στηρίξει το εγχείρημα με πολλούς τρόπους: από την εύρεση καταλυμάτων και τις μεταφορές για τους συντελεστές, μέχρι τη διευκόλυνση σε θέματα αδειών και ευνοϊκών συνθηκών για τα γυρίσματα. Επί της ουσίας πρόκειται για σύμπραξη ιδιωτών και κράτους με στόχο το αμοιβαίο συμφέρον.

Πράγματι, η ξένη κινηματογραφική παραγωγή είναι μια φθηνή (για εμάς) επένδυση με μεγάλο και κυρίως άμεσο κέρδος, χωρίς καν να υπολογίσουμε τη μακροπρόθεσμη προβολή του τόπου προς το εξωτερικό. Οχι τυχαία, ταινίες όπως «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και το «Απέραντο γαλάζιο» προσφέρουν ακόμα και σήμερα, πολλά χρόνια μετά την κυκλοφορία τους, τουριστική προβολή σε Κεφαλονιά και Αμοργό αντίστοιχα.

Προ ολίγων μηνών οι άνθρωποι του cluster πραγματοποίησαν επίσκεψη στην Κίνα, όπου συζήτησαν για ενδεχόμενες κινηματογραφικές συμπράξεις. Ο κ. Μπακογιάννης μάλιστα ενδιαφέρθηκε να έρθει και ο ίδιος σε επαφή με τους Κινέζους –«να γίνουμε εμείς ο “πιλότος”», είπε χαρακτηριστικά–, προκειμένου το ξεκίνημα της συνεργασίας να γίνει από τη Στερεά Ελλάδα. Αυτή είναι η τρίτη περιφέρεια που υπογράφει το σύμφωνο, έπειτα από εκείνες της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων.

Προ δύο ετών, το ΙΟΒΕ δημοσίευσε μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα σχετικά με την επίδραση των κινηματογραφικών παραγωγών στην εγχώρια οικονομία. Σύμφωνα με αυτήν, εκτιμάται ότι το ΑΕΠ της χώρας μπορεί να αυξηθεί κατά 39 εκατ. ευρώ, ως αποτέλεσμα μιας σχετικά μεγάλης (για τα ευρωπαϊκά δεδομένα) παραγωγής, περίπου 25 εκατ. ευρώ. Κι αυτό χωρίς να συνυπολογίζονται οι καταλυτικές επιδράσεις σε όρους προσέλευσης τουριστών από το εξωτερικό.

Το πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται βασικά στον τομέα της φορολογίας. Οι ανταγωνιστικές προς την Ελλάδα χώρες στον συγκεκριμένο τομέα (Ιταλία, Ισπανία κ.ά.) προσφέρουν 20% έκπτωση φόρου στις ξένες παραγωγές· την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τους παραγωγούς, στη χώρα μας σχεδόν το 50% των εσόδων καταλήγει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στα κρατικά ταμεία.

Η εύλογη συνεπαγωγή λέει πως αν ένα τμήμα αυτού του ποσού (π.χ. το ίδιο 20%) επέστρεφε στους ξένους, τότε εκείνοι θα επέλεγαν πολύ πιο συχνά τη χώρα μας, με αποτέλεσμα και το κράτος να εισπράττει σημαντικά περισσότερα.