ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στιγμές από ένα τιτάνιο έργο σε καιρό πολέμου

ptanio1

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο δεν γιορτάζει μόνον την επέτειο των 150 χρόνων από τη θεμελίωσή του. Μας θυμίζει, με μια μικρή έκθεση που ανοίγει σήμερα, ιστορικές στιγμές που σχετίζονται με το τιτάνιο έργο της απόκρυψης και της προστασίας των αρχαιοτήτων εν καιρώ πολέμου. Συγκεκριμένα τον αγώνα ένα μήνα μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού  πολέμου που πραγματοποίησαν αρχαιολόγοι, φύλακες, τεχνίτες και εθελοντές στο πρώτο μουσείο της χώρας.

Η επιστολή με τίτλο «Γενικαί τεχνικαί οδηγίαι για την προστασία των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναερίους κινδύνους» είχε φθάσει σε όλα τα μουσεία. Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Ενας τρόπος ήταν να καλυφθούν τα αγάλματα με σάκους άμμου αφού κλειστούν σε ξύλινα πλαίσια. Επιλέχθηκε ο δεύτερος τρόπος. Να ασφαλιστούν τα γλυπτά και να θαφτούν στο δάπεδο της αίθουσας, στην αυλή του μουσείου ή σε υπόγεια δημόσιων ιδρυμάτων. Τα χάλκινα και τα πήλινα έπρεπε να τυλιχθούν με πισσόχαρτο ή κερόχαρτο πριν τοποθετηθούν σε ασφαλή κιβώτια.

Στιγμές από εκείνες τις ημέρες δείχνει η φωτογραφική έκθεση που θα διαρκέσει έως τις 8 Δεκεμβρίου στο αίθριο-καφέ του μουσείου με τίτλο «Από την κατάχωση των μνημείων στην ανάδυση της μνήμης». Μέσα από 24 φωτογραφίες του αρχείου του το Εθνικό Αρχαιολογικό παρουσιάζει το δύσκολο έργο της απόκρυψης και της προστασίας των αρχαιοτήτων του στις παραμονές της Κατοχής (1940-1941). Μάλιστα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την 28η Οκτωβρίου, έχει προγραμματίσει για σήμερα δύο 40λεπτες ξεναγήσεις.

Τι έκανε στον πόλεμο το μουσείο; «Σημασία έχει η μεθοδολογία της απόκρυψης, και αυτό δείχνουμε», λέει στην «Κ» η διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου δρ Μαρία Λαγογιάννη. «Υπήρξαν τρεις κατηγορίες αντικειμένων. Τα χρυσά, τα οποία εγκιβωτίστηκαν και με ειδικά πρωτόκολλα εστάλησαν στα θησαυροφυλάκια της Τράπεζα της Ελλάδος. Τα μικρότερα αντικείμενα, τα οποία εστάλησαν σε μυστικά καταφύγια της Αθήνας, και τα γλυπτά. Είχαν τη λαμπρή ιδέα να σκάψουν μεγάλους λάκκους μέσα στο μουσείο. Ομως τα αγάλματα απαιτούσαν μια ειδική διαδικασία. Επρεπε να καλυφθούν με πισσόχαρτα. Οπως συνέβη με τον “Εφηβο τον Αντικυθήρων”, τον “Κούρο του Σουνίου” κ.ά.».

Ο επισκέπτης της έκθεσης θα έχει την ευκαιρία να περιπλανηθεί και στους χώρους στους οποίους έκρυβαν τις αρχαιότητες μέσα στο μουσείο. «Αλλά η έκθεση δεν τελειώνει. Σχεδιάζουμε να την παρουσιάσουμε σε ένα ebook το οποίο κάθε χρόνο θα τελειώνει με την υπόσχεση “συνεχίζεται” και την επόμενη χρονιά θα εμπλουτίζεται με νέες φωτογραφίες. Σαν ένα δέντρο που μεγαλώνει. Θέλουμε επίσης να κάνουμε συνέργειες με άλλους φορείς και μουσεία που επίσης έκρυβαν αρχαία στην Κατοχή», λέει η κ. Λαγογιάννη.

Ομως ποιοι είχαν αναλάβει το έργο της απόκρυψης-ασφάλισης; Υπήρχε σχετική Επιτροπή Απόκρυψης με επικεφαλής τρεις αρεοπαγίτες και μέλη τον γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεώργιο Οικονόμο και τους Αναστάσιο Ορλάνδο, Σπυρίδωνα Μαρινάτο, Γιάννη Μηλιάδη, Σέμνη Καρούζου κ.ά. Ειδικά η Σέμνη Καρούζου άφησε μια συγκινητική ιστορική μαρτυρία που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1967 στα πρακτικά του πρώτου συνεδρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

Οταν ο στρατός κατοχής έμπαινε στην πρωτεύουσα τον Απρίλιο του 1941, είχε συμπληρωθεί το έργο της απόκρυψης, έξι ολόκληρους μήνες, όσο κράτησε το αλβανικό έτος. Τόσο χρειάστηκε να φυλαχθούν τα αρχαία. Η όψη του μουσείου ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι εργαζόμενοι ξεκινούσαν το έργο τους νωρίς, περιγράφει η Καρούζου: «Πολύ πρωί, πριν να δύσει η Σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους».

Η κ. Λαγογιάννη μεταφέρει μια άλλη μαρτυρία συγγενή της Σ. Καρούζου: «Κάποια γλυπτά κλεισμένα για καιρό είχαν βγάλει λεκέδες. Τους έκανε λοιπόν ηλιόλουτρα. Τα κάλυπτε με μαύρα πανιά, έκανε ανοίγματα στα σημεία των λεκέδων και τα άφηνε στον ήλιο».

Πάντως, για την εποχή και την αδιάλλακτη στάση των Ελλήνων αρχαιολόγων υπάρχει και η έκδοση «Αρχαία της Ελλάδας κατά τον πόλεμο 1940-1944» της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και του ακαδημαϊκού Βασιλείου Πετράκου.