ΚΟΣΜΟΣ

Ο γρίφος των δημοσκοπήσεων και το «Despacito»

O Tζο Μπάιντεν έχει μόλις ολοκληρώσει την ομιλία του στο πλαίσιο εκδήλωσης για τον Μήνα Ισπανόφωνης Παράδοσης, στη Φλόριντα (φωτ. REUTERS).

Ηταν μια αμήχανη στιγμή και θα μπορούσε να έχει μείνει απλώς στο αρχείο, μαζί με άλλες κακές χορευτικές στιγμές πολιτικών, όπως το διαβόητο πλέον λίκνισμα της πρώην Βρετανίδας πρωθυπουργού Τερέζα Μέι υπό τους ήχους του «Dancing Queen». Ο λόγος για την ιδέα του τέως αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, να παίξει από το κινητό του το «Despacito» στο πλαίσιο εκδήλωσης για τον Μήνα Ισπανόφωνης Παράδοσης, στη Φλόριντα, κουνώντας ρυθμικά πλην άχαρα το κεφάλι του. 

Ο αντίπαλός του, όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ, φρόντισε να προσδώσει τοξικό χαρακτήρα ακόμη και σε αυτό το αθώο στιγμιότυπο, που είχε απλώς ως αφορμή τη γνωριμία του Μπάιντεν με τον ερμηνευτή του τραγουδιού, Λούις Φόνσι. Ετσι, ο Αμερικανός πρόεδρος πόσταρε παραποιημένο βίντεο στο Twitter, στο οποίο ο Δημοκρατικός ανθυποψήφιος εμφανίζεται να ακούει τον ύμνο των αριστεριστών «Γ… την Αστυνομία». Ο ίδιος ο Μπάιντεν, φυσικά, ούτε ασπάζεται το σχετικό σύνθημα, που διεκδικεί αναστολή της χρηματοδότησης της αστυνομίας, ούτε είναι ήπιος σε ζητήματα ποινικού κώδικα, κάτι για το οποίο τον μέμφονται οι προοδευτικές οργανώσεις. 

Η επίθεση Τραμπ, που οδήγησε σε νέα προειδοποίηση για αναπαραγωγή ψευδούς περιεχομένου από την αγαπημένη του πλατφόρμα, το Twitter, δεν είναι τυχαία: η Φλόριντα είναι κρίσιμη πολιτεία για τη μεταξύ τους αναμέτρηση, όπου προς το παρόν προηγείται ο Μπάιντεν με διαφορά 5%. Υπάρχει, όμως, ένα στοιχείο που προβληματίζει σοβαρά τους Δημοκρατικούς: ότι ο τέως αντιπρόεδρος παρουσιάζει μικρότερη απήχηση στους ισπανόφωνους σε σχέση με τη Χίλαρι Κλίντον, η οποία έχασε τελικά την πολιτεία. Το εύρημα θορύβησε το επιτελείο Μπάιντεν και οι Τimes της Νέας Υόρκης αναρωτήθηκαν σε πρόσφατη ανάλυσή τους γιατί δεν δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην προσέλκυση των συγκεκριμένων ψηφοφόρων, όχι μόνο στη Φλόριντα, αλλά και στη Νεβάδα και την Αριζόνα, καθώς οι ψήφοι αυτές μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές και να του εξασφαλίσουν τη νίκη τον Νοέμβριο.  

Λιγότερο από δύο μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, ο Μπάιντεν προηγείται σε έξι πολιτείες-κλειδιά, αλλά οι δημοσκοπήσεις, λόγω εκλογικού συστήματος, δεν μπορούν να προεξοφλήσουν το πραγματικό αποτέλεσμα. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στο Ουισκόνσιν, την Πενσιλβάνια, την Αριζόνα, τη Φλόριντα, το Μίσιγκαν και τη Βόρεια Καρολίνα, τις οποίες ο Τραμπ είχε κερδίσει το 2016, παρότι στις δημοσκοπήσεις προηγείτο η Χίλαρι Κλίντον (με ποσοστό από 1% ώς 7,3%), εκτός από την Αριζόνα και τη Φλόριντα. 

Ο Τραμπ κατάφερε να «τουμπάρει» το Ουισκόνσιν το 2016 με ελάχιστη διαφορά, τώρα όμως υπολείπεται του Μπάιντεν κατά 6,3%. Παρόλο που οι διαδηλώσεις και οι λεηλασίες στην Κενόσα, μετά την επίθεση με πυρά κατά του Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικούς, θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ατζέντα του Τραμπ περί «νόμου και τάξης», το εκλογικό σώμα στη συγκεκριμένη πολιτεία μοιάζει να επιλέγει πρόεδρο με διαφορετικά κριτήρια. Οι προτεραιότητες ποικίλλουν, άλλωστε, από πολιτεία σε πολιτεία και ενώ σε ορισμένες εξ αυτών οι ψηφοφόροι θεωρούν ότι συμμετέχουν σε ένα δημοψήφισμα για τη διαχείριση της πανδημίας από τον Αμερικανό πρόεδρο (κριτήριο που αναμφισβήτητα ευνοεί τον Μπάιντεν), σε άλλες θεωρούν ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά προτεραιότητα το πρόβλημα της «αναρχίας» και της πλημμελούς αστυνόμευσης. 

Ετσι, σε τέσσερις πολιτείες όπου η μάχη είναι αμφίρροπη, τη Μινεσότα, τη Νεβάδα, το Νιου Χαμσάιρ και το Ουισκόνσιν, ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος θεωρεί σημαντικότερη την ατζέντα του Νόμου και της Τάξης από την κρίση του κορωνοϊού. Σε αυτό το πεδίο ο Μπάιντεν εξακολουθεί να υστερεί και να μην έχει αρθρώσει μια πειστική απάντηση στην τρομολαγνεία και τον πανικό που σπέρνει ο Ρεπουμπλικανός αντίπαλός του. 

Πάντως, σε σύγκριση με τους πρόσφατους προκατόχους του που κατάφεραν να επανεκλεγούν, ο Τραμπ έχει, με 42%, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά αποδοχής του έργου του. Είναι, όμως, ταυτόχρονα, λίγο ψηλότερο από εκείνα των προέδρων που απέτυχαν να ανανεώσουν τη θητεία τους. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, για παράδειγμα, τη χρονιά κατά την οποία επιζητούσαν την επανεκλογή τους, ο Μπαράκ Ομπάμα είχε 49%, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος 52%, ο Μπιλ Κλίντον 60%. Αντίθετα, ο Τζορτζ Μπους ο πατέρας και ο Τζίμι Κάρτερ την αντίστοιχη χρονική περίοδο είχαν κάτω από 40%: 39% ο πρώτος και 37% ο δεύτερος.