ΑΠΟΨΗ

Εκλογές ΗΠΑ: Η τυραννία της μειοψηφίας

Φωτ. AP Photo/Paula Bronstein.

Αν όλα κυλήσουν ομαλά και σύμφωνα με τα προγνωστικά, όταν διαβάζετε αυτό το άρθρο θα ξέρουμε ότι ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι ο Τζο Μπάιντεν. Η αγωνία όμως μπορεί να παραταθεί επικίνδυνα, ή –σε μία ανατροπή σαφώς πιο ακραία από αυτήν του 2016– μπορεί να επανεκλεγεί ο Ντόναλντ Τραμπ.

Μία κρίσιμη πτυχή των συνεπειών ενός δεύτερου τέτοιου σοκ αφορά την ιδιότυπη συντηρητική τυραννία της μειοψηφίας που έχει εδραιωθεί στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι περίπου βέβαιο ότι αν διαψεύσει τα προγνωστικά και επικρατήσει, ο Τραμπ θα το πετύχει με τον ίδιο τρόπο όπως το 2016 – χάνοντας τη λαϊκή ψήφο. Θα είναι η τρίτη φορά που συμβαίνει μέσα σε 20 χρόνια – πάντα προς όφελος των Ρεπουμπλικανών. Τα προηγούμενα 210 χρόνια, είχε συμβεί μόνο δύο φορές (τρεις, αν μετρήσει και η ιδιάζουσα περίπτωση του 1824).

Εκτός του Λευκού Οίκου, οι Δημοκρατικοί θεωρούνται φαβορί και για την ανακατάληψη της Γερουσίας. Στα 12 από τα τελευταία 20 χρόνια, ωστόσο, οι Ρεπουμπλικανοί διατήρησαν τον έλεγχό της, βασιζόμενοι στη στήριξη που απολαμβάνουν στις πιο αραιοκατοικημένες, πιο αγροτικές πολιτείες της χώρας (κάθε πολιτεία εκπροσωπείται στο σώμα από δύο γερουσιαστές, ανεξαρτήτως πληθυσμού). Στις περισσότερες εκλογές, κέρδιζαν την πλειοψηφία των εδρών χάνοντας τη λαϊκή ψήφο.

Εκμεταλλευόμενο αυτό το πλεονέκτημα, το αυξανόμενα ακραίο συντηρητικό κόμμα των ΗΠΑ μπόρεσε να διορίσει πέντε δικαστές στο πανίσχυρο, εννεαμελές Ανώτατο Δικαστήριο (οι διορισμοί είναι διά βίου, με πρόταση του προέδρου και έγκριση της Γερουσίας). Παράλληλα, το 2016, η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στο Σώμα μπλόκαρε την υποψηφιότητα του μετριοπαθούς Μέρικ Γκάρλαντ, την πρόταση του Μπαράκ Ομπάμα ως αντικαταστάτη του εκλιπόντος  Αντονιν Σκαλία. Σήμερα, η ισορροπία μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών στο Δικαστήριο είναι 6-3 – και δεν αναμένεται να ανατραπεί για δεκαετίες. Η μειοψηφική νομοθετική και εκτελεστική εξουσία καθόρισε τον συσχετισμό δυνάμεων και στη δικαστική.

Η εικόνα που προκύπτει καθίσταται ακόμα πιο προβληματική αν αναλογιστεί κανείς τις πολιτικές που υπηρετούν οι Ρεπουμπλικανοί. Οπως αναδεικνύουν στο πρόσφατο βιβλίο τους «Let Them Eat Tweets» οι πολιτικοί επιστήμονες Τζέικομπ Χάκερ και Πολ Πίερσον, το κόμμα τα τελευταία 30 χρόνια έχει αναδειχθεί σε πειθήνιο όργανο της αμερικανικής πλουτοκρατίας. Στηρίζει κάθε είδους φοροαπαλλαγές για τους πλουσιότερους των πλουσιότερων Αμερικανών· προτείνει σκληρές περικοπές σε κοινωνικά προγράμματα όταν (ως αποτέλεσμα των ακατάσχετων φοροελαφρύνσεων) τα ελλείμματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο· υποδαυλίζει τη φυλετική ανασφάλεια των λευκών για τη δημογραφική τους υποχώρηση έναντι των μειονοτήτων· και επιχειρεί –με τη βοήθεια πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων– την ευρεία στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ειδικά των μαύρων, μέσω παράλογων απαιτήσεων για την έγγραφη και την παραμονή στους εκλογικούς καταλόγους κ.ά.

Με άλλα λόγια, σε συνθήκες τρομακτικής ανισότητας, το ένα από τα δύο κόμματα εξουσίας στις ΗΠΑ μοιάζει να έχει αποφασίσει ότι το πεδίο δράσης της Δημοκρατίας πρέπει να περιοριστεί για να μην απειληθούν τα προνόμια των χρηματοδοτών του. Ακόμα χειρότερα, δείχνει να διαθέτει τα θεσμικά μέσα για να υλοποιήσει τη στρατηγική αυτή.  Ο δρόμος της επιστροφής από αυτό το ολισθηρό μονοπάτι είναι εξαιρετικά αβέβαιος. Αλλά σίγουρα ξεκινάει από την ήττα του Τραμπ – του πιο θεσμικά επικίνδυνου ενοίκου του Λευκού Οίκου στην αμερικανική Ιστορία.