ΚΟΣΜΟΣ

Γέφυρες ρίχνει τώρα ο Ερντογάν προς Μπάιντεν, Ισραήλ

Παρά τις περιορισμένες κυρώσεις Τραμπ

Οι κυρώσεις που ανακοίνωσε την περασμένη Δευτέρα η αμερικανική κυβέρνηση εναντίον της Διεύθυνσης Στρατιωτικών Βιομηχανιών της Τουρκίας (SSB) για την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Η Ουάσιγκτον είχε προειδοποιήσει κατ’ επανάληψιν την Αγκυρα και η απόφαση του Ερντογάν να αψηφήσει τον μεγάλο του σύμμαχο με τη δοκιμή του πυραυλικού συστήματος τον περασμένο Οκτώβριο ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Με πλειοψηφίες μεγαλύτερες του 80%, και τα δύο σώματα του Κογκρέσου είχαν ψηφίσει υπέρ της επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία, κάτι που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να εμποδίσει ο Τραμπ ασκώντας βέτο, ακόμη και σε πιο ευτυχείς στιγμές της προεδρίας του. Με το Κολέγιο των Εκλεκτόρων να έχει μόλις επικυρώσει τη νίκη του Τζο Μπάιντεν, ο απερχόμενος πρόεδρος είχε πολύ πιεστικότερα ζητήματα να αντιμετωπίσει από το πώς θα σώσει τον Ταγίπ Ερντογάν.

Η αναμενόμενη κίνηση της Ουάσιγκτον, που έρχεται να προστεθεί στον αποκλεισμό της Τουρκίας από τη συμπαραγωγή και την προμήθεια των F-35, δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Οχι μόνο γιατί για πρώτη φορά στοχοποιείται από τις ΗΠΑ μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και γιατί η ταχύτατα αναπτυσσόμενη στρατιωτική βιομηχανία της Τουρκίας, στην οποία τόσα έχει επενδύσει ο Ερντογάν, θα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα προμήθειας ανταλλακτικών, χωρίς τα οποία θα δυσκολευθεί πολύ η παραγωγή σημαντικών οπλικών συστημάτων της. Παρ’ όλα αυτά, το πλήγμα ήταν ελεγχόμενο και περιορισμένο. Η Αμερική δεν χρησιμοποίησε το «πυρηνικό» της όπλο, δηλαδή την επιβολή κυρώσεων στην καρδιά της τουρκικής οικονομίας (π.χ. στο τραπεζικό της σύστημα), η οποία βρίσκεται σε επικίνδυνα ασταθή κατάσταση. Αρκεί να θυμηθούμε ότι οι περιορισμένες οικονομικές κυρώσεις του Τραμπ το καλοκαίρι του 2018 ανάγκασαν τον Ερντογάν να απελευθερώσει άρον άρον τον Αμερικανό πάστορα Αντριου Μπράνσον, ο οποίος κρατούνταν στο πλαίσιο των συλλήψεων ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ύστερα από τις νέες κυρώσεις της περασμένης Δευτέρας η τουρκική λίρα… ανέβηκε, καθώς οι διεθνείς χρηματαγορές έκριναν ότι τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. 

Η κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ δεν συναρτήθηκε ούτε με τις προκλήσεις της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο ούτε με τις σαρωτικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, παρά μόνο με την αγορά των ρωσικών πυραύλων. Οπως έγραψαν οι New York Times τη Δευτέρα, βασικός στόχος ήταν να σταλεί προειδοποίηση σε άλλους συμμάχους και εταίρους των ΗΠΑ, όπως η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και η Ινδία, οι οποίες εξετάζουν το ενδεχόμενο αγοράς ρωσικών πυραύλων. Ο ίδιος ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο άλλωστε έσπευσε να διαβεβαιώσει την Τουρκία ότι παραμένει πολύτιμος σύμμαχος για τις ΗΠΑ και ότι ο δρόμος του συμβιβασμού είναι ανοικτός. Διαβάζοντας σωστά τα μηνύματα από την Ουάσιγκτον, ο Ερντογάν κράτησε χαμηλούς τόνους και συνέχισε την προσπάθεια να χτίσει γέφυρες προς την πλευρά του Τζο Μπάιντεν, τονίζοντας τη μεγάλη γεωστρατηγική αξία της Τουρκίας στο τόξο Καυκάσου – Μαύρης Θάλασσας – Μέσης Ανατολής – Βόρειας Αφρικής. Ρωσικά μίντια, όπως το RIA Novosti και η Nezavisimaya Gazeta, δημοσίευσαν ανησυχητικά ρεπορτάζ, σύμφωνα με τα οποία η Τουρκία μπορεί να βοηθήσει τον στρατό της Ουκρανίας σε μια εκστρατεία για την ανακατάληψη του Ντονμπάς, που ελέγχεται από φιλορώσους αυτονομιστές, παρέχοντας στο Κίεβο στρατιωτικούς συμβούλους και drones, όπως έκανε για λογαριασμό του Αζερμπαϊτζάν στην πρόσφατη σύγκρουση του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. 

Το κατά πόσον θα αποτολμήσει ο Ερντογάν μια τόσο ριψοκίνδυνη κίνηση (σε αντίθεση με το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, το Ντονμπάς συνορεύει με τη Ρωσία) είναι αμφίβολο, αλλά η πρόσφατη επίσκεψη του Ουκρανού υπουργού Εξωτερικών στην Τουρκία μάλλον δεν καθησύχασε το Κρεμλίνο. Από μόνη της, η ενίσχυση των σχέσεων ανάμεσα στην Αγκυρα και στο Κίεβο είναι μουσική στα αυτιά του Μπάιντεν, ο γιος του οποίου είχε διατελέσει μέλος της διοίκησης ουκρανικής εταιρείας όταν ο πατέρας του ήταν αντιπρόεδρος του Ομπάμα.

Θύελλα με Ιράν

Σφοδρές αντιδράσεις από την πλευρά της Τεχεράνης προκάλεσε η κίνηση Ερντογάν να απαγγείλει στίχους Αζέρου ποιητή κατά την επίσκεψή του στο Μπακού, στις 10 Δεκεμβρίου, όπου γιόρτασε τη νίκη του Αζερμπαϊτζάν και της Τουρκίας εναντίον της Αρμενίας στην πρόσφατη σύγκρουση. Οι Ιρανοί είδαν την «ποιητική» αποστροφή του Ερντογάν ως ευθεία ενθάρρυνση αλυτρωτικών διαθέσεων της αζερικής μειονότητας και κάλεσαν τον Τούρκο πρέσβη σε επίσημο διάβημα διαμαρτυρίας. Πολλοί ερμήνευσαν την κίνηση Ερντογάν ως χειρονομία προς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Σημειωτέον ότι μία ημέρα νωρίτερα είχε γίνει γνωστό ότι η Αγκυρα επέλεξε νέο πρεσβευτή της για το Ισραήλ, έναν έμπιστο του Ερντογάν χωρίς διπλωματική πείρα, με αποστολή την αναστήλωση των κατεστραμμένων σχέσεων των δύο χωρών. Σε τουρκικά και αραβικά μέσα αφθονούν οι αναλύσεις για τα οφέλη που θα είχε, για την Τουρκία, η απόσπαση του Ισραήλ (και της Αιγύπτου) από τη συνεργασία τους με Ελλάδα και Κύπρο για τους υδρογονάνθρακες της περιοχής. Το κατά πόσον ο Ερντογάν είναι έτοιμος να θυσιάσει τις στενές σχέσεις του με τα ισλαμικά κινήματα της περιοχής, είναι βέβαια ένα τεράστιο, αναπάντητο ερώτημα.