ΚΟΣΜΟΣ

Δημοκρατικοί κατά «Τζιμ Κρόου με κοστούμι και γραβάτα»

Ενα φιλόδοξο νομοσχέδιο στοχεύει σε απλούστευση της εκλογικής διαδικασίας

Δημοκρατικοί κατά «Τζιμ Κρόου με κοστούμι και γραβάτα»

Με πρόσχημα την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων στην εκλογική διαδικασία, μια αμφισβήτηση που εγκαινιάστηκε από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τις ανυπόστατες αιτιάσεις του περί νοθείας, οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να θεσπίσουν μια σειρά από περιορισμούς στη συμμετοχή του εκλογικού σώματος. Υποχρεωτική επίδειξη ταυτότητας, περιορισμός της πρόωρης, επιστολικής ψήφου, αυτόματη διαγραφή ανενεργών ψηφοφόρων, ακόμη και απαγόρευση διανομής φαγητών και ποτών στις ουρές αναμονής προς την κάλπη είναι μερικά από τα μέτρα, που πλήττουν κυρίως τους μαύρους και τις μειονότητες. 

Η πρώτη προσπάθειά τους στέφθηκε με επιτυχία στην πολιτεία της Τζόρτζια, όπου οι Ρεπουμπλικανοί θορυβήθηκαν βλέποντας ένα προπύργιό τους να πέφτει στα χέρια του Τζο Μπάιντεν τον Νοέμβριο και δύο Δημοκρατικούς γερουσιαστές να εκθρονίζουν τους Ρεπουμπλικανούς. Η εντυπωσιακή μετεξέλιξη της πολιτείας από κόκκινη σε μπλε αποδόθηκε στην εκστρατεία της Στέισι Εϊμπραμς, της μαύρης ακτιβίστριας που απέτυχε μεν με μικρή διαφορά να εκλεγεί κυβερνήτης της πολιτείας, αλλά κατόρθωσε μέσα σε δύο χρόνια να διευρύνει το εκλογικό σώμα κατά 800.000 πολίτες, κινητοποιώντας κυρίως νέους, Αφροαμερικανούς και άλλους ψηφοφόρους, που παρέμεναν ώς τότε εκτός διαδικασίας. 

Kατά την Εϊμπραμς, η οποία, σημειωτέον, φέρεται διατεθειμένη να θέσει ξανά υποψηφιότητα για κυβερνήτης, οι πρόσφατες περιοριστικές ρυθμίσεις αποτελούν «Τζιμ Κρόου με κοστούμι και γραβάτα», μια εξευγενισμένη μορφή της ρατσιστικής νομοθεσίας του 19ου και του 20ού αιώνα με στόχο τον φυλετικό διαχωρισμό. Tην εβδομάδα που μας πέρασε και σε μια προσπάθεια να «ισοφαρίσει» τη θέσπιση των περιοριστικών εκλογικών ρυθμίσεων, η πολιτεία προχώρησε στην κατάργηση αμφιλεγόμενου νόμου, ο οποίος επιτρέπει σε πολίτες να προχωρούν σε συλλήψεις εάν διαπιστώσουν την τέλεση αδικήματος. Την απόφαση έλαβε η Γερουσία της πολιτείας, ψηφίζοντας τη μερική άρση του. Ο νόμος, από τα μέσα του 19ου αιώνα, βαίνει προς κατάργηση ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του 25χρονου Αφροαμερικανού Αμόντ Αρμπερι, τον οποίο πυροβόλησαν ένοπλοι λευκοί, βλέποντάς τον να τρέχει στους δρόμους της συνοικίας τους. 

Στο μεταξύ, ανάλογες προσπάθειες συρρίκνωσης του εκλογικού σώματος εκ μέρους των Ρεπουμπλικανών βρίσκονται σε εξέλιξη σε πολλές πολιτείες, με κυριότερες τη Φλόριντα, την Αριζόνα και το Τέξας. Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος αποδοκίμασε τη συντονισμένη επιχείρηση των Ρεπουμπλικανών με στόχο την αυτοπροστασία του κόμματος. Αντιδρώντας στις ενέργειες των Ρεπουμπλικανών, οι Δημοκρατικοί έχουν καταθέσει στο Κογκρέσο φιλόδοξο νομοσχέδιο με την αντίθετη αποστολή: την απλούστευση της εκλογικής διαδικασίας, προκειμένου να ενθαρρυνθούν όλα τα κοινωνικά στρώματα και οι μειονότητες να προσέρχονται στις κάλπες. 

Αλλα καίρια σημεία που προβλέπει το πακέτο αλλαγών είναι ο έλεγχος των αδιαφανών πηγών χρηματοδότησης των κομμάτων και η επαναχάραξη εκλογικών περιφερειών (gerrymandering) από ανεξάρτητες επιτροπές και όχι από τις πολιτειακές αρχές, με κομματικά κριτήρια. Αν τελικά περάσει από τη Γερουσία η πρόταση νόμου, που αριθμεί 800 και πλέον σελίδες, θα πρόκειται για την πλέον ιστορική εκλογική μεταρρύθμιση μετά τη δεκαετία του 1960 στις ΗΠΑ. 

Το πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς, που προσπαθούν να μπλοκάρουν το νομοσχέδιο στη Γερουσία, είναι πως η μεταρρύθμιση απολαμβάνει την υποστήριξη και μεγάλης μερίδας του δικού τους ακροατηρίου. Σε βιντεοδιάσκεψη που έγινε πριν από λίγες εβδομάδες, το περιεχόμενο της οποίας αποκαλύφθηκε στο περιοδικό New Yorker, εκπρόσωποι του κόμματος και οργανώσεις χρηματοδότησης των Ρεπουμπλικανών εμφανίζονταν ανήσυχοι από την ευρεία απήχηση του νομοσχεδίου και ειδικά του εδαφίου που εμποδίζει μεγάλους χρηματοδότες των κομμάτων να επηρεάζουν το αποτέλεσμα μιας αναμέτρησης. 

Ετσι, ο ερευνητικός διευθυντής οργάνωσης που ανήκει στους μεγιστάνες αδελφούς Κοχ και χρηματοδοτεί συντηρητικούς πολιτικούς και think tanks επί 40 και πλέον χρόνια, εμφανίζεται να προειδοποιεί ότι κανένα επιχείρημα δεν ηχεί πειστικό κατά του νομοσχεδίου στην πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων. Εξίσου αγανακτισμένος εμφανίζεται και σύμβουλος του Ρεπουμπλικανού πρώην προέδρου της Γερουσίας, Μιτς Μακόνελ, ο οποίος παραδοσιακά είχε βασίσει την εσωκομματική ισχύ του στον μηχανισμό και στη δυνατότητα συγκέντρωσης πόρων από χρηματοδότες. 

Οι συντηρητικοί συνομιλητές σχεδιάζουν να τορπιλίσουν το νομοσχέδιο με κάθε μέσο, κυρίως με τη βοήθεια του filibuster, που είναι η δυνατότητα της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας να μπλοκάρει την παντοδυναμία της πλειοψηφίας και προϋποθέτει τη διακομματική συνεννόηση (με τη σύμφωνη γνώμη των δύο τρίτων του σώματος). Αν και θεωρητικά το μέτρο είναι σωστό και σκοπεύει να βάλει φρένο σε μια τυραννία της πλειοψηφίας, με τον τρέχοντα συσχετισμό δυνάμεων στη Γερουσία οι Ρεπουμπλικανοί έχουν τη δυνατότητα να υπονομεύουν τις περισσότερες νομοθετικές πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών. 

Προεκλογικά, ο Μπάιντεν είχε πει ότι δεν πρόκειται να πειράξει το filibuster, αλλά εσχάτως διαμαρτύρεται για την κατάχρηση του μέτρου. Θεωρητικά, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να αλλάξουν τη μορφή του αμφιλεγόμενου αυτού εργαλείου, ένα από τα βασικότερα προσκόμματα όμως είναι ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Δυτικής Βιρτζίνια Τζο Μάντσιν, ο οποίος αποκλίνει συχνά από την κομματική γραμμή και υιοθετεί θέσεις των Ρεπουμπλικανών. Οσοι προσπαθούν να αποδώσουν τη στάση του στην επιθυμία του να επανεκλεγεί σε μια δύσκολη πολιτεία, μάλλον σφάλλουν. Ο Μάντσιν φαίνεται ότι τάσσεται κατά της αλλαγής του filibuster για λόγους αρχής, από γνήσιο ενδιαφέρον για την επίτευξη διακομματικών συναινέσεων στο Κογκρέσο. 

Η δολοφονία Φλόιντ και το #BLM

To τραύμα της περυσινής δολοφονίας του Τζορτζ Φλόιντ, που αναζωπύρωσε τον φυλετικό διχασμό στις ΗΠΑ και γιγάντωσε το κίνημα Black Lives Matter (#BLM), ξύπνησε εκ νέου αυτή την εβδομάδα στη Μινεάπολη με την έναρξη της δίκης του αστυνομικού Ντέρεκ Σοβέν, ο οποίος γονάτισε πάνω στον λαιμό του. Η προσεκτική επιλογή των ενόρκων και η προβολή διαφορετικών βίντεο από τη στιγμή της δολοφονίας του, καθώς και μαρτυρικών καταθέσεων, φωτίζουν τον ρόλο μιας κοινωνίας αποφασισμένης να αναμετρηθεί ψύχραιμα αλλά και σθεναρά με τον συστημικό ρατσισμό. Η υπερασπιστική γραμμή των συνηγόρων του Σοβέν ότι οι αστυνομικοί επέδειξαν υπερβάλλοντα ζήλο επειδή είχαν περικυκλωθεί από ένα εχθρικό πλήθος και οι υπόνοιες πως ο Φλόιντ είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, δεν πείθουν. Τα νέα στιγμιότυπα, που δεν είχαν δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα, δείχνουν έναν άνθρωπο να εκλιπαρεί για τη ζωή του και να διαβεβαιώνει τον επίδοξο δράστη πως «δεν είναι κακός τύπος».