ΚΟΣΜΟΣ

Ιστορία: Κορύφωση της τρομοκρατίας στην Ιταλία

Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα η χώρα υπέστη την ακροδεξιά και την ακροαριστερή πολιτική βία

Ιστορία: Κορύφωση της τρομοκρατίας στην Ιταλία

Της Μαίρης Μπόση*

Αναμφίβολα, η Ιταλία αποτελεί µια χώρα η οποία βρίθει τροµοκρατικών εµπειριών. Από τον αναρχικό εξτρεμισμό, τον φασισμό, τον νεοφασισμό, τα αυτονομιστικά κινήματα, τις ορμώμενες από υποκειμενικές ερμηνείες του μαρξισμού – λενινισμού οργανώσεις και μια σειρά από άλλα ιδεολογικά ρεύματα ήσσονος ιστορικής σημασίας. Από τη δεκαετία του 1960 έως το τέλος της δεκαετίας του 1980 η Ιταλία αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία πολωτικά αντιπαρατιθέμενων εξτρεμιστικών πολιτικών οργανώσεων. Οι Χριστιανοδημοκράτες που συμμετείχαν σε κυβερνήσεις συνεργασίας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα (από τη δεκαετία του 1960) κατηγορήθηκαν για διαφθορά, νεποτισμό και ανικανότητα. Τη δυσαρέσκεια από αυτές τις κυβερνήσεις συνεργασίας καρπώθηκε αρχικά το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΙΚΚ), το οποίο όμως στη συνέχεια υπέστη σημαντική φθορά δεχόμενο κριτική εξ αριστερών και κατηγορούμενο για ρεφορμισμό. Ως πολιτική συνέπεια, η οποία και χαρακτήρισε τη δεκαετία του 1960, έκανε την εμφάνισή της η επαναστατική (εξωκοινοβουλευτική) Αριστερά με δύο ισχυρά κινήματα, την Potere Operaio (Δύναμη των Εργατών) και τη Lotta Continua (Διαρκής Πάλη), τα οποία πρέσβευαν τον επαναστατικό δρόμο για τον σοσιαλισμό.

Την ίδια περίπου εποχή, αν και προηγήθηκε χρονικά, η ιταλική Ακροδεξιά έκανε την εμφάνισή της. Τα μέλη και οι ηγέτες αυτών των τάσεων ή οργανώσεων ποτέ δεν έκρυψαν τη νεοφασιστική τους ιδιότητα ή τις ακραίες αντικοινοβουλευτικές απόψεις τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1967 και το 1970 προσπάθησαν να ανατρέψουν τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Από το 1964 οι νεοφασιστικές οργανώσεις συνεργάζονταν στενά με μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των διωκτικών αρχών, λειτουργώντας ταυτόχρονα και στα ιδεολογικά άκρα των συντηρητικών πολιτικών κομμάτων και οργανωτικά στις παρυφές τους, με μέσο τη «strategia della tensione». Σημειώνεται ότι αυτή η «στρατηγική της έντασης» εμφανίζεται την περίοδο που το IΚΚ τασσόταν προοδευτικά υπέρ του δρόμου του «ιστορικού συμβιβασμού» με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Η «στρατηγική της έντασης» στόχευε στην «αταξία» και στον εκφοβισμό των πολιτών ούτως ώστε οι τελευταίοι να αποδεχθούν τον «νόμο και την τάξη» στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός ισχυρού αυταρχικού καθεστώτος το οποίο θα καθυπέτασσε το κράτος και τους θεσμούς του, ασκώντας σε αυτό ολοκληρωτικό έλεγχο.
 

Ιστορία: Κορύφωση της τρομοκρατίας στην Ιταλία-1
(ASSOCIATED PRESS)

Χιλιάδες περιστατικά με δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες

Παράλληλα, οι αντιφασιστικές οργανώσεις πλήθαιναν θεωρώντας την παρουσία και την ενεργό δράση τους επιβεβλημένη. Από το 1967 και μετά, ένα κύμα πολιτικής βίας σάρωσε την Ιταλία, διαρκώντας αρκετά χρόνια. Σε αυτό το κλίμα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 οργανώνονται μεγάλες κινητοποιήσεις από τα συνδικάτα στο πλαίσιο εργασιακών διεκδικήσεων και στις μεγάλες ιταλικές αυτοκινητοβιομηχανίες, και η λειτουργία πολλών εργοστασίων αναστέλλεται. Συχνά, οι κινητοποιήσεις κατέληγαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία.

Στατιστικές που είχαν δημοσιευθεί, ανέφεραν ότι υπήρχαν 115 εξτρεμιστικά πολιτικά κινήματα, διασπάσεις ομάδων ή οργανώσεων και αντάρτικου πόλης εκ των οποίων οι 94 ήταν ακροαριστερές και οι 21 νεοφασιστικές. Το ΙΚΚ σε έρευνά του διαπίστωσε ότι υπήρχαν περίπου 700 με 800 τρομοκράτες που ζούσαν στην παρανομία και περίπου 10.000 άτομα που κατείχαν όπλα, επιδίδονταν σε εμπρησμούς, κλοπές και σε άλλες αξιόποινες πράξεις. Σύμφωνα με στοιχεία της ακροαριστερής οργάνωσης «Πρώτη Γραμμή», υπήρχαν 3.000 «μαχητές». Το 1970, το υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε ότι υπήρχαν 20.000 «πιθανοί τρομοκράτες», ακροδεξιοί και ακροαριστεροί, χωρίς να δώσει περισσότερα στοιχεία. Κάποια από τα στοιχεία που δόθηκαν από δημοσιογραφικές έρευνες, ανέφεραν ότι το 1968 τα καταγεγραμμένα περιστατικά τρομοκρατικής βίας ήταν 164, το 1978 ήταν 482, το 1975 ήταν 702, το 1976 ήταν 1.198 και το 1977 ήταν 2.128. Σύμφωνα με έκθεση του υπουργείου Εσωτερικών το 1978, από το 1974 «χάθηκαν» 67 ζωές, 259 άτομα τραυματίστηκαν και 24 βρήκαν τον θάνατο από άλλου τύπου τρομοκρατικές ενέργειες (παράπλευρες απώλειες).

Στις 12 Δεκεμβρίου 1969 μια ισχυρή βόμβα στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα, στην Piazza Fontana του Μιλάνου, σκότωσε 17 πολίτες και τραυμάτισε 88. Το ίδιο απόγευμα εξερράγησαν άλλες τρεις βόμβες στη Ρώμη και στο Μιλάνο, ενώ βρέθηκε άλλη μία που δεν είχε εκραγεί. Αρχικά κατηγορήθηκαν αναρχικοί, ενώ στη συνέχεια έπειτα από δύσκολες έρευνες ανακαλύφθηκε ότι πίσω από την τρομοκρατική ενέργεια ήταν νεοφασίστες. Παρ’ όλα αυτά το υπουργείο Εσωτερικών έδωσε στις διωκτικές αρχές πλήρη ελευθερία για τη δίωξη των αριστερών κοινωνικών κινημάτων και όχι την Ακροδεξιά. Η τρομοκρατική πράξη εντάσσεται στο σκεπτικό των νεοφασιστών για τη «στρατηγική της έντασης», καθώς διαφωνούσαν με την εκλογική σύγκλιση του κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και έτσι αποφάσισαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Πρόκειται για σειρά τρομοκρατικών ενεργειών εκπορευόμενων από ιταλικές μυστικές υπηρεσίες με τη συμμετοχή ακροδεξιών ομάδων και για τις οποίες έγινε προσπάθεια να αποδοθούν στον χώρο των αναρχικών και της Αριστεράς, ενώ στη συνέχεια αποκαλύφθηκε η συμμετοχή μελών της νεοφασιστικής οργάνωσης «Νέα Τάξη», η οποία είχε διασυνδέσεις με ιταλικές μυστικές υπηρεσίες. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η καταδικαστική απόφαση για τα μέλη της φασιστικής οργάνωσης «Ordine Nuovo» (Νέα Τάξη) εκδόθηκε έπειτα από τρεις και πλέον δεκαετίες, στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Ιστορία: Κορύφωση της τρομοκρατίας στην Ιταλία-2
1η Μαρτίου 1968: Ενα αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο και ένα λεωφορείο καίγονται κατά τη διάρκεια επεισοδίων μεταξύ ακροαριστερών και αστυνομικών στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. (ASSOCIATED PRESS)

Διώξεις κυρίως κατά της άκρας Αριστεράς τη δεκαετία του ’60

Οι κατηγορίες κατά των ακροαριστερών οργανώσεων «στηρίχθηκαν» σε σημαντικό βαθμό στις ταραχές που δημιουργούσαν οι ακροαριστερές οργανώσεις, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να τους προσάψουν όλες τις πολύνεκρες τρομοκρατικές ενέργειες. Μεταξύ 1965 και 1970 καταγράφηκαν πολλές πράξεις τρομοκρατίας, εμπρησμοί και έντονες οδομαχίες μεταξύ ακροαριστερών και ακροδεξιών. Επιπλέον, το πραξικόπημα στην Ελλάδα (1967) με την εγκαθίδρυση της ελληνικής χούντας έδινε ελπίδες στην ιταλική Ακροδεξιά, η οποία συνέδεσε τις ελπίδες και τα οράματά της με τα αντίστοιχα καθεστώτα στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, θεωρώντας ότι μπορούσε να γίνει το ίδιο στην Ιταλία, στην οποία άλλωστε υπήρχε και αντίστοιχο ιστορικό προηγούμενο. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τρομοκρατικές πράξεις της Ακροδεξιάς δεν έλαβαν ποτέ τη δημοσιότητα που έλαβαν οι πράξεις της ακροαριστερής τρομοκρατίας, ούτε επέσυραν τις αντίστοιχες διώξεις τις οποίες υπέστη η Ακροαριστερά.

Παρά την αύξηση των τρομοκρατικών ενεργειών στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του 1970, η ιταλική Βουλή δεν προχώρησε σε σημαντικά βήματα για τον εμπλουτισμό του νομικού της οπλοστασίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο ανησυχούσε για την οικονομική κρίση του Νότου, τη μαζική εσωτερική μετανάστευση στις βιομηχανικές πόλεις του Βορρά, τις εργατικές αναταραχές, το πρόβλημα της στέγασης και τις εντάσεις στα πανεπιστήμια. Οι λέξεις «πολιτική βία», «τρομοκρατία» δεν είχαν εισέλθει στο λεξιλόγιό τους. Από το 1967 το κύμα πολιτικής βίας που εμφανίστηκε διήρκεσε για αρκετά χρόνια. Διαδηλώσεις, απεργίες, βίαιες αντιδράσεις ξέσπασαν στη βόρεια βιομηχανική περιοχή και κυρίως στο Μιλάνο, στο Τορίνο, στη Γένοβα και στην Πάδοβα. Ολες όμως οι βίαιες αντιδράσεις δεν είχαν κατονομαστεί ως «πράξεις τρομοκρατίας», καθότι ο όρος δεν είχε «ενεργοποιηθεί».

Ιστορία: Κορύφωση της τρομοκρατίας στην Ιταλία-3
16 Μαΐου 1977. Ακροαριστεροί ανταλλάσσουν πυρά με τις αστυνομικές δυνάμεις στο Μιλάνο. Τη δεκαετία του 1970 υπήρξε μεγάλη έξαρση της βίας από τις οργανώσεις του χώρου. (ASSOCIATED PRESS)

Σε αντίθεση με τη Γερμανία (η οποία βίωνε το αντίστοιχο πρόβλημα) οι ιταλικές κυβερνήσεις απαξίωσαν την τρομοκρατία και δεν την αντιμετώπισαν ως «ειδική εγκληματική πράξη», αλλά ως «κανονική εγκληματική πράξη». Αυτό συνέβαινε έως το 1974. Το ίδιο και στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, κάτι για το οποίο η Γερμανία είχε προνοήσει από το 1972. Στην Ιταλία η τρομοκρατία ήταν απλώς έγκλημα, οι τρομοκράτες ήταν παράνομοι ή κακοποιοί ή ακόμη και στελέχη του οργανωμένου εγκλήματος (μαφιόζοι). Επίσης ήταν ευρέως γνωστό ότι μέλη των μυστικών στρατιωτικών υπηρεσιών επιδίδονταν σε πράξεις βίας και στη συνέχεια κατηγορούσαν την Aριστερά. Το αποτέλεσμα της εμπλοκής αυτής ήταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να επηρεαστούν αποφασιστικά στο να συνταχθούν με ακραία αριστερά κινήματα.

Η Ακροδεξιά θεωρούσε ότι η δεκαετία του 1960 (με αποκορύφωμα τον Μάη του ’68, που είχε ισχυρό αντίκτυπο στον ιταλικό Βορρά) ήταν «τραυματική», ενώ η εξωκοινοβουλευτική κινητικότητα των φοιτητών και των εργατών (δύο τάσεις με αριστερό ή ακροαριστερό πρόσημο) τους δημιουργούσε φόβο και έβλεπαν τον εαυτό τους ως τον κύριο αντίπαλό τους. Σε αυτό το πλαίσιο οι διαδηλώσεις που έκαναν οι αριστερές οργανώσεις λάμβαναν ως απάντηση επιθέσεις από την οργανωμένη φασιστική βία. Οι επιθέσεις έγιναν καθημερινές με αποκορύφωμα τη βομβιστική επίθεση στην Piazza Fontana. Επί της ουσίας, το έναυσμα για την ακροαριστερή τρομοκρατία δόθηκε από τους μηχανισμούς που υποστήριζαν την παρουσία και τις εκδηλώσεις της ακροδεξιάς βίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα της έντασης οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» ανήγγειλαν την ένοπλη δράση τους το 1971.

* Η κ. Μαίρη Μπόση είναι καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.