ΒΙΒΛΙΟ

Το αιώνιο καλοκαίρι του κοριτσιού από την Ιπανίμα

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Μία από τις πολλές διασκευές που γνώρισε το θρυλικό «Κορίτσι από την Ιπανίμα», με τον Τζίμι Ντέιβις και τη Νόρμα Λι, το 1964.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Εβλεπαν καθημερινά μια όμορφη κοπέλα να περπατά στον δρόμο. Ηταν η Ελόια Ενέιντα Πάες Πίντο, δεκαεπτά ετών τότε, το 1962, η οποία ζούσε στα νότια του Ρίο ντε Τζανέιρο, πάνω σχεδόν στην παραλία, στην οδό Μοντενέγκρο της Ιπανίμα. Κάθε φορά την έβλεπαν να οδεύει προς τη θάλασσα, τον ωκεανό.

Ο Αντόνιο Κάρλος Τζομπίμ και ο Βινίσιο ντε Μοράες, ο συνθέτης και ο στιχουργός, εμπνεύστηκαν έτσι το πιο καλοκαιρινό, ίσως, τραγούδι που γράφτηκε ποτέ: το «Κορίτσι από την Ιπανίμα». Ο Τζομπίμ το συνέθεσε στο σπίτι του στην Ιπανίμα, το τραγούδι πήρε διάφορες μορφές, αλλά στην ουσία έγινε διάσημο αφού το ηχογράφησε στη Νέα Υόρκη το 1963 μαζί με τον μεγάλο σαξοφωνίστα Σταν Γκετζ, προσθέτοντας αγγλικούς στίχους (που υπέγραψε ο Νόρμαν Γκίμπελ). Τα φωνητικά ανέλαβε η Αστρούντ Τζιλμπέρτο, η οποία τραγούδησε στα αγγλικά, και ο άνδρας της, ο Τζιάο Τζιλμπέρτο (που πέθανε πριν από λίγες ημέρες), τη συνόδευε τραγουδώντας στα πορτογαλικά.

Ετσι δημιουργήθηκε εκείνο το άλμπουμ-ορόσημο «Getz/Gilberto». Ο θάνατος του Τζιλμπέρτο έκανε τον κύριο Γκρι να αναπολήσει ένα τραγούδι που γνώρισε, όπως οι περισσότεροι άλλωστε, στα νιάτα του. Και δεν μπόρεσε ποτέ να το προσπεράσει.

Αρχετυπική κουλ και λάτιν τζαζ μπαλάντα, αιθέρια, καλοκαιρινή μπόσα νόβα, μοιάζει να υπακούει στον απαλό, ρυθμικό κυματισμό ενός ήρεμου ωκεανού, όταν δε μπαίνει ορμητικό και βραχνό το σαξόφωνο του Γκετζ, πρέπει κανείς να έχει τα μάτια κλειστά.

Το τραγούδι είπανε πολλοί: από τον Νατ Κινγκ Κόουλ ώς τον Σινάτρα και από την Πέγκι Λι ώς την Ερθα Κιτ (κάθε φορά που το έλεγε γυναίκα ερμηνεύτρια ο τίτλος γινόταν «Το αγόρι από την Ιπανίμα»!) αλλά καμία εκτέλεση δεν ξεπέρασε την πρωτότυπη.

Ισως διότι, κατά τον κύριο Γκρι, είναι η μόνη που έχει αυτό που περιέγραψε σε ένα βιβλίο του ο Μοράες, ο στιχουργός του: η κοπέλα που έβλεπαν κάθε μέρα ήταν ένα ξανθό κορίτσι, χρυσαφένιο, γεμάτο χάρη και φως, κάτι ανάμεσα σε λουλούδι και γοργόνα – η οποία όμως είχε, στο πέρασμά της, μιαν αδιόρατη μελαγχολία, «με την έννοια ότι αυτό που κουβαλάει μαζί της», γράφει ο Μοράες, «στη διαδρομή της προς τη θάλασσα, είναι το αίσθημα της νιότης που χάνεται, της ομορφιάς που δεν είναι μόνον δική μας· είναι ένα δώρο της ζωής μέσα στην όμορφη και μελαγχολική αέναη ροή της».

Μια ξανθή Βραζιλιάνα, μια περαστική άγνωστη αιχμαλώτισε για μερικές μόνο στιγμές τα ανδρικά βλέμματα και έτσι γεννήθηκε ένας άτυπος ύμνος στην ευδαιμονία της ψυχής, που όμως κάνει το σώμα να ριγά. Τίποτα δεν δίνεται, εξάλλου, χωρίς κάποιο τίμημα, ένα κόστος. Η μπόσα νόβα που γέννησε ο μοναχικός και ανέμελος βηματισμός της 17χρονης Ελόια μας θυμίζει πως κάθε πέρασμα, του καθενός, μπορεί να είναι ένα μικρό ανθρώπινο μεγαλείο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ