ΜΟΥΣΙΚΗ

Μικρή ερωτική καλοκαιρινή ιστορία 3

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Θάλασσα των αισθημάτων», έργο του Ρωσοϊσραηλινού σύγχρονου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Λεονίντ Αφρέμοφ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Η αλήθεια είναι ότι γνωρίζονταν καιρό, βρίσκονταν κάθε τόσο στην ίδια παρέα, μα δεν είχε συμβεί ποτέ τίποτα μεταξύ τους. Ισως, διότι εκείνη του έριχνε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, εκείνος σκάρτα τριάντα, εκείνη κοντά στα σαράντα πέντε, ο καθένας παρέμενε στη θέση του διστάζοντας να υπερβεί αυτή την ασήμαντη σύμβαση. Θα έπρεπε όμως να το έχει καταλάβει πρώτος: ήταν σαν κορίτσι ακόμη, και όχι μόνο στα δικά του μάτια.

Ενα ζεστό μεσημέρι, αφού η παρέα διαλύθηκε ύστερα από φαγητό σε κάποια ταβέρνα, εκείνη ήταν που, λίγο πριν φύγει, του είπε χαμηλόφωνα: «Ελα απ’ το σπίτι για λίγο». Κοιτάχτηκαν με νόημα, ξέροντας καλά τι μπορεί να σήμαινε κάτι τέτοιο. Δεν χρειάστηκε καν να της απαντήσει.

Ηταν μεσημέρι, στο σπίτι της είχε ανάψει τον κλιματισμό, η κόρη της –έφηβη πια– έλειπε. Κλείδωσε την εξώπορτα και απλώς συνέβη. Καμία εκδήλωση, καμία έκφραση προηγουμένως, καμία χειρονομία ή υπαινιγμός δεν είχε προετοιμάσει το έδαφος.

Οπως μου είπε αργότερα, στην ουσία δεν έσμιξαν ποτέ αλλά δεν χώρισαν και ποτέ. Για χρόνια βρίσκονταν εκεί, στο σπίτι της, κλέβοντας ώρες από την κανονική τους ζωή, τρώγοντας και συζητώντας στα ενδιάμεσα – ήταν γραφίστρια και του έδειχνε τα σχέδιά της, του μιλούσε για τις ιδέες της, για το διαζύγιο που είχε πάρει χρόνια πριν, τον συμβούλευε μητρικά μεγαλύτερή του ούσα.

Εβαζε μουσικές στο παλιό της πικάπ. Είχε μια αδυναμία στις μεγάλες ορχηστρικές μπαλάντες του Γκιλ Εβανς, στις ενορχηστρώσεις που έκανε για τον Μάιλς Ντέιβις, στις αργόσυρτες μουσικές των χάλκινων και των ξύλινων πνευστών, σε αυτές τις νωχελικές συνθέσεις που μύριζαν θερινή ραστώνη, ξοδεμένο πάθος και ενυδατικές κρέμες μετά την κάψα της παραλίας.

Κατά καιρούς, συνήπταν άλλες ερωτικές σχέσεις, τις οποίες συζητούσαν σαν απλοί φίλοι στις ιδιαίτερες στιγμές τους. Ολο αυτό ήταν κάτι φυσικό, μου είπε, σαν να αναπνέεις, ο έρωτας να είναι αναπόσπαστο κομμάτι όλων των άλλων πτυχών της επαφής τους. Αυτό που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να τους χωρίζει ήταν αυτό που τους ένωνε.

Βεβαίως, κάποτε ξεθώριασε όλο αυτό. Γλυκά όμως, με μια φυσικότητα που κανένας τους δεν ένιωσε ότι έπρεπε να αμφισβητήσει. Ο κύκλος είχε κλείσει, αλλά οι αναμνήσεις που τους συνέδεαν έμοιαζαν να έχουν κάτι ανθεκτικό, παροντικό, να είναι ακόμα και νοητή προέκταση στο μέλλον: ήξεραν στο βάθος ότι η μικρή, ασήμαντη, κρυφή και γεμάτη κενά και θραύσματα ιστορία τους (πάνω απ’ όλα: γεμάτη αντιφάσεις) θα τους κρατούσε για πάντα νέους.

«Ισως έπαιξε ρόλο ότι είχε ξεκινήσει καλοκαίρι», μου εξήγησε. Εγραψε στα σώματά τους δηλώνοντας προς κάθε κατεύθυνση κάτι μοναδικό: το ότι ανάμεσα στη βαθιά επιθυμία και στην απλή, ανθρώπινη συνομιλία μεσολαβεί ένα καλοκαιρινό μεσημέρι που βρίσκει πάντοτε χώρο και για όλα, για όλους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ