ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ας το πούμε ευθέως και όσο πιο κοινότοπα γίνεται: ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (1902-1991) υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του περασμένου αιώνα. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Πολωνία, εγκατέλειψε τη χώρα προτού την καταλάβουν οι ναζί. Εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, πολιτογραφήθηκε Αμερικανός, όμως συνέχισε να γράφει στη μητρική του γλώσσα, τα γίντις, και να επιμελείται ο ίδιος τις μεταφράσεις των έργων του στα αγγλικά. Βιοπορίστηκε ως δημοσιογράφος, συνεργαζόμενος με εβραϊκά έντυπα της Νέας Υόρκης, κυρίως όμως επιδόθηκε σε μια συστηματική παραγωγή μυθιστορημάτων και διηγημάτων, που του απέφεραν το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1978.

Ο Σίνγκερ άντλησε την έμπνευσή του από την ατελείωτη δεξαμενή της εβραϊκής παράδοσης, χωρίζοντας τις ιστορίες του σε δύο, χοντρικά, κατηγορίες: σε αυτές που διαδραματίζονται στην εβραϊκή κοινότητα της Πολωνίας και σε αυτές που εκτυλίσσονται στη μεταπολεμική Νέα Υόρκη, και πάλι στις κοινότητες των Εβραίων εμιγκρέδων.

Επιπροσθέτως, κινήθηκε κάπου ανάμεσα σε έναν ανάγλυφο ρεαλισμό και σε μια εβραϊκή μελαγχολική φαντασία που εδράζεται στον εβραϊκό μυστικισμό. Η παράδοση και η Ιστορία, η ανθρώπινη τραγωδία, η πραγματικότητα με τις μυστικές διακλαδώσεις της, η ερωτική επιθυμία και τα ερωτικά πάθη, κυριαρχούν στο έργο αυτού του μάστορα της μεγάλης και της μικρής φόρμας.


Αύριο, 27 Ιανουαρίου, ανήμερα της επετείου της απελευθέρωσης του Αουσβιτς το 1945, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη το μυθιστόρημα «Σώσα».

Αύριο, 27 Ιανουαρίου, ανήμερα την επέτειο της απελευθέρωσης του Αουσβιτς το 1945, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη το μυθιστόρημα «Σώσα» σε μετάφραση του Μιχάλη Πάγκαλου, ο οποίος υπογράφει το ένα από τα δύο επίμετρα· το άλλο φέρει την υπογραφή του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Η «Σώσα» διαδραματίζεται στην Πολωνία λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή. Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το μυθιστόρημα: τις σκέψεις του κεντρικού ήρωα μπροστά στην επικείμενη βαρβαρότητα.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

«Ἔφυγα ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖο χωρὶς νὰ πάρω πρωινό – δὲν μποροῦσα νὰ μείνω, ἐπειδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ μὲ δεῖ ἡ ὑπηρεσία δωματίου. Γιὰ δεύτερη φορὰ εἶχα κλοτσήσει τὴν εὐκαιρία νὰ σωθῶ. Περπατοῦσα χωρὶς νὰ ξέρω ποῦ πηγαίνω. Τὰ πόδια μου μὲ ὁδήγησαν μόνα τους ἀπὸ τὴν ὁδὸ Τρεμπάτσκα στὴν Πλατεία Θεάτρου. Δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι τὸ νὰ παραμένεις στὴ Βαρσοβία αὐτὸν τὸν καιρὸ σήμαινε ὅτι κινδύνευες νὰ πέσεις ἀργὰ ἢ γρήγορα στὰ χέρια τῶν ναζί, ἀλλὰ δὲν ξέρω γιατί δὲν φοβόμουν. Ἤμουν κουρασμένος ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ὕπνου, τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἔργου τῆς Μπέττυς καὶ τὴ συζήτησή μας. Τῆς εἶχα δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ μὲ ψέξει, κάνοντας ἔτσι τὸν ἀποχαιρετισμό μας λιγότερο δραματικό. Μονάχα τώρα μοῦ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλὸ ἡ σκέψη ὅτι ποτὲ πρὶν δὲν εἶχε ἀναφέρει τὴ θεία της, οὔτε εἶχε πάει ποτὲ νὰ τὴν ἐπισκεφτεῖ. Δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ εἶχε ἔρθει στὴν Πολωνία μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τὴ δεῖ τώρα. Ὅπως κι ἐγώ, ἡ Μπέττυ ἦταν ἑτοιμη νὰ ἀφανιστεῖ. Ἕνα ἐδάφιο τῆς Πεντατεύχου μοῦ ἦρθε στὸ μυαλό: «Ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι τελευτᾶν, καὶ ἵνα τί μοι ταῦτα τὰ πρωτοτόκια;».

Εἶχα πετάξει τέσσερις χιλιάδες χρόνια ἑβραϊκότητας, γιὰ νὰ τὰ ἀντικαταστήσω μὲ ἀνούσια λογοτεχνία, γιντισμὸ καὶ φαϊτελτσονισμό. Ἔτσι, ἔμενα μόνο μὲ τὴν κάρτα μέλους τῆς λέσχης τῶν Συγγραφέων καὶ μερικὰ χειρόγραφα ἄνευ ἀξίας. Κάθε τόσο κοντοστεκόμουν καὶ χάζευα τὶς βιτρίνες. Ἡ καταστροφὴ θὰ ἐρχόταν ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀλλὰ στὸ μεταξὺ ἐδῶ προβάλλονταν πιάνα, αὐτοκίνητα, χρυσαφικά, πολυτελῆ βραδινὰ φορέματα, νέες ἐκδόσεις στὰ πολωνικά, καθὼς καὶ μεταφράσεις ἀπὸ τὰ γερμανικά, τὰ ἀγγλικά, τὰ ρωσικὰ καὶ τὰ γαλλικά. Ἕνα βιβλίο ἔφερε τὸν τίτλο «Τὸ λυκόφως τοῦ Ἰσραήλ». Ἐντάξει, ὅμως ὁ οὐρανὸς εἶχε τὸ γαλάζιο τοῦ καλοκαιριοῦ, τὰ δέντρα ὀρθώνονταν ἑκατέρωθεν τοῦ δρόμου πράσινα καὶ θαλερά, τὰ φορέματα, τὰ καπέλα καὶ τὰ παπούτσια ποὺ φοροῦσαν οἱ κυρίες καὶ οἱ τσάντες ποὺ κρατοῦσαν ἀκολουθοῦσαν τὶς ἐπιταγὲς τῆς μόδας. Οἱ ἄντρες τὶς ἔκοβαν ἀπὸ πάνω μέχρι κάτω μὲ μάτι εἰδικοῦ. Τὰ γυναικεῖα πόδια μέσα στὶς νάιλον κάλτσες ὑπόσχονταν ἡδονὲς ποὺ ποτὲ δὲν ἐκπληρώνονταν. ῍Αν καὶ καταδικασμένος, δὲν μποροῦσα νὰ μὴ ρίχνω ματιὲς σὲ γλουτούς, γάμπες, στήθη καὶ λαιμούς. «Οἱ μελλοντικὲς γενιές», σκέφτηκα, «θὰ νομίζουν ὅτι ὅλοι μας πήγαμε νὰ συναντήσουμε τὸν θάνατο ὡς μιὰ πράξη ἐξιλέωσης. Θὰ μᾶς θεωρήσουν ὁσιομάρτυρες. Θὰ ἀπαγγέλλουν καντὶς πάνω ἀπὸ τὸν τάφο μας καὶ τὴν προσευχὴ “θεὸς τοῦ ἐλέους”. Ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὁ καθένας μας θὰ πεθάνει μὲ τὰ ἴδια πάθη μὲ τὰ ὁποῖα ἔζησε».

Στὴν ὄπερα ἐξακολουθοῦσαν νὰ παίζονται τὰ γνωστὰ ἔργα: «Κάρμεν», ̓«Αίντα», «Φάουστ», ̔«Ο κουρέας τῆς Σεβίλλης». Μόλις ἐκείνη τὴ στιγμὴ ξεφόρτωναν ἀπὸ ἕνα φορτηγὸ τὰ πολυκαιρισμένα σκηνικὰ ποὺ τὸ βράδυ θὰ δημιουργοῦσαν τὴν ψευδαίσθηση βουνῶν, ποταμῶν, κήπων καὶ παλατιῶν. Μπῆκα σὲ ἕνα καφέ. Ἡ μυρωδιὰ τοῦ καφὲ καὶ τῶν ἀφράτων τσουρεκιῶν μοῦ ἄνοιξε τὴν ὄρεξη. Ὁ σερβιτόρος μοῦ ἔφερε τὸν καφὲ καὶ δύο ἐφημερίδες. Ὁ στρατηγὸς Ρὺτζ-Σμίγκλυ διαβεβαίωνε ξανὰ τὸ ἔθνος ὅτι οἱ πολωνικὲς ἔνοπλες δυνάμεις ἦταν σὲ θέση νὰ ἀποκρούσουν κάθε ἐπίθεση ἀπὸ τὰ δεξιὰ κι ἀπὸ τὰ ἀριστερά. Ὁ ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Μπὲκ εἶχε λάβει νέες ἐγγυήσεις ἀπὸ Γάλλους καὶ ῎Αγγλους. Ὁ παλιὸς ἀντισημίτης Νοβατσύνσκι ἐξαπέλυε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ μύδρους ἐναντίον τῶν Ἑβραίων, ποὺ συνωμοτοῦσαν μὲ τοὺς μασόνους, τοὺς κομμουνιστές, τοὺς ναζιστὲς καὶ τοὺς ̓Αμερικανοὺς τραπεζίτες γιὰ νὰ ἀφανίσουν τὴν καθολικὴ πίστη καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσουν μὲ τὸν παγανιστικὸ ὑλισμό. Ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐπικαλεῖται τὰ Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιών. Κάπου μέσα μου ὑπῆρχε ἕνας κόκκος πίστης στὴν ἐλεύθερη βούληση, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ πρωὶ ἔνιωθα σίγουρος ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶχε τόσο μεγάλη ἐλευθερία ἐπιλογῆς ὅσο τὸ ρολόι χειρός μου ἢ ἡ μύγα ποὺ ἦρθε καὶ κάθισε στὴν ἄκρη τοῦ πιάτου μου. Οἱ ἴδιες δυνάμεις ὁδηγοῦσαν τὸν Χίτλερ, τὸν Στάλιν, τὸν Πάπα, τὸν ραββίνο τοῦ Γκούρ, ἕνα μόριο στὸ κέντρο τῆς Γῆς καὶ ἕναν γαλαξία δισεκατομμύρια ἔτη φωτὸς μακριὰ ἀπὸ τὸν δικό μας. Τυφλὲς δυνάμεις; Διορατικὲς δυνάμεις; Δὲν εἶχε σημασία πιά. Προοριζόμασταν νὰ παίξουμε τὰ ἀσήμαντα παιχνιδάκια μας καὶ μετὰ νὰ συντριβοῦμε.»

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ