ΒΙΒΛΙΟ

Η νοστιμιά της αγάπης

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Γιώργος Μπουζιάνης, «Νεκρή φύση με φρούτα και σκεύη» (1931).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: MISE EN PLACE

Θ​​​​υμήθηκα δύο περιπτώσεις που έκλαψα από συγκίνηση τρώγοντας. Δεν ξέρω, μάλιστα, πια αν ήταν από ευχαρίστηση, πόνο ή θλίψη... Οχι, ήταν απλώς από συγκίνηση. Η πρώτη φορά ήταν λίγο αφότου γνωριστήκαμε. Είχες αποφασίσει να κλείσεις το εστιατόριο και να μαγειρέψεις για μένα, για μένα μόνο. Σκεφτόσουν βδομάδες ολόκληρες, και μια μέρα μού έδωσες ραντεβού. Σε κοίταζα να δουλεύεις, δεν μιλούσες σχεδόν καθόλου, καθώς ήσουν συγκεντρωμένη στην ιδέα να μαγειρέψεις μόνο για μένα. Και, στο τραπέζι έκλαψα από ευτυχία.

Αυτό που έφαγα ήταν η αγάπη που μου έδινες. Οχι υλικά, όχι λιπίδια, πρωτίδια, υδατάνθρακες, παρά μόνο αγάπη».

«Αηδίες», μου είπε ο Χ., καλός φίλος αλλά βουτηγμένος κι αυτός –όπως και πολλοί άλλοι– στον κυνισμό της εποχής, που ίσως και να έχει πολλαπλασιάσει η μακρόχρονη κρίση. Σε τέτοιο βαθμό που σαν να έβλεπα πάνω από το κεφάλι του ένα συννεφάκι να γράφει: «Τι βλακείες είναι αυτές; Σιγά μη χόρτασε ποτέ κανείς με αγάπη...». Του διάβαζα ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Η μαγειρική είναι αγάπη, τέχνη, τεχνική» (εκδ. Πόλις) των δύο ιερών τεράτων της γαστρονομίας: του δημιουργού της μοριακής γαστρονομίας, χημικού Ερβέ Τις, και του κορυφαίου σεφ, Πιερ Γκανιαίρ.

Δεν συγκινήθηκε o X. Αντιθέτως, με ρώτησε: «Τι του μαγείρεψε;». Επρεπε να το περιμένω... Εσκυψα το βλέμμα και συνέχισα να διαβάζω. Δεν έγραφε. Προφανώς, για τους δύο συγγραφείς και την ιστορία που ήθελαν να αφηγηθούν, δεν είχε καμία σημασία εάν θα ήταν χτένια με τρούφες, σαμπαγιόν αστακού ή μια απλή μακαρονάδα καθώς το ζητούμενο της ιστορίας ήταν η συγκίνηση που προκαλεί το βασικό συστατικό μιας συνταγής, το πάντα αόρατο στο βλέμμα: η αγάπη του ανθρώπου που μαγειρεύει. Το αν δηλαδή η προετοιμασία του φαγητού είναι πάρεργο ή βαθιά ανάγκη μοιράσματος στην οποία ούτε θέλεις ούτε μπορείς να αντισταθείς.

Δεν συνέχισα τη συζήτηση. Αλλωστε, δεν είχε κανένα νόημα καθώς ούτε τη δική του γνώμη θα άλλαζα ούτε, φυσικά, θα μετακινιόμουν από τη δική μου. Το κλειδί της μαγειρικής είναι η αγάπη, όσο κλισέ κι αν ακούγεται. Τα πιο νόστιμα μελομακάρονα που θυμάμαι δεν είναι αυτά κάποιου φημισμένου ζαχαροπλαστείου αλλά τα κακοσχηματισμένα και κάπως στεγνά της μαμάς. Μια έντονη παιδική ανάμνηση είναι η γεύση του ψωμιού που βουτούσαμε στον σωλήνα απ’ όπου βγαίνει το πολύ φρέσκο λάδι στο λιοτρίβι κι ας ήταν τόσο αψύ που μας έκαιγε τον λαιμό.

Ναι, ξέρω. Φυσικά και δεν πρόκειται για το φαγητό. Είναι ο θόρυβος, η πολυπλοκότητα, η φλυαρία της εποχής που προκαλεί αυτές τις σκέψεις, την ανάγκη για μέτρο που για εμάς σήμερα, στην Ελλάδα του 2016, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ