ΜΟΥΣΙΚΗ

Αναζωογονητικά δροσερή συναυλία από τη Φαίδρα Γιαννέλου

Πιανίστρια με μεγάλες ευκολίες, η Θεοδοσία Ντόκου ερμήνευσε το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. (Φωτ. Μαρια Γραμματικου)

Η Φαίδρα Γιαννέλου υπήρξε η ευχάριστη έκπληξη της συναυλίας που πραγματοποίησε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 23 Οκτωβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στη μόνη εκδήλωση του συνόλου με κοινό πριν από τα νέα μέτρα, η Ελληνίδα αρχιμουσικός φάνηκε σίγουρη και άνετη, αποφεύγοντας τον σχολαστικισμό που είναι συνήθης ανάμεσα σε καλλιτέχνες της (νεαρής) ηλικίας της, είτε επειδή φοβούνται τα παραπατήματα είτε επειδή είναι περισσότερο προσκολλημένοι στο «γράμμα», χάνοντας έτσι το «πνεύμα» της μουσικής.

Παρά την αραιή διάταξη της ορχήστρας λόγω των επιβεβλημένων μέτρων, η Γιαννέλου φώτισε με εστιασμένο ήχο την Εισαγωγή από την όπερα «Η πολιορκία της Κορίνθου» του Ροσίνι, και απέφυγε την απόδοσή της ως αδιάφορο εμβατήριο. Στη συνέχεια ανέδειξε στο ακέραιο τη νεανική φλόγα και τον ενθουσιασμό της «Ιταλικής» Συμφωνίας του Μέντελσον. «Αυτή είναι η Ιταλία! Και αυτό το οποίο είχα σκεφτεί ως τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ξεκίνησε τώρα και το απολαμβάνω», έγραφε ο συνθέτης στον πατέρα του από τη Βενετία τον Οκτώβριο του 1830.

Ακριβώς αυτή την απόλαυση μετέφερε στο κοινό η ερμηνεία της Γιαννέλου. Δεν στηρίχτηκε στην εύκολη λύση της γρήγορης ταχύτητας, όσο στην πολύ πιο απαιτητική συνθήκη της εξεύρεσης του κατάλληλου ύφους, μέσα από τη διαμόρφωση των φράσεων, των τονισμών, των χρωμάτων, της αισθητικής.

Ετσι, μετά τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό του αισιόδοξου πρώτου μέρους, ακολούθησε το θρησκευτικής επισημότητας δεύτερο, που ωφελήθηκε επιπλέον από τη θετική συμβολή των ξύλινων πνευστών της Κρατικής. Στο ευγενές μενουέτο, καλά επιλεγμένοι τονισμοί όριζαν τις φράσεις και έδιναν κίνηση και πλαστικότητα στη μουσική ενώ το Τρίο προσδιορίστηκε από τον πειθαρχημένο, ήπιο ήχο των κόρνων. Το τελικό μέρος, βασισμένο στον παραδοσιακό χορό «σαλταρέλο», ήταν ταιριαστά ξέφρενο, χαρίζοντας στη συναυλία την επιθυμητή θετική κατάληξη.

Είχε προηγηθεί το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Σολίστ ήταν η Θεοδοσία Ντόκου, πιανίστρια με μεγάλες ευκολίες και εντυπωσιακή δεξιοτεχνική άνεση. Ενδεικτικός για τη μεγάλη αυτοπεποίθησή της ήταν ο τρόπος με τον οποίο διόρθωσε αριστοτεχνικά το παραπάτημά της στο τελευταίο μέρος του έργου και συνέχισε δυναμικά μέχρι το τέλος.

Ορισμένες φορές, όμως, απόρροια της ίδιας αυτοπεποίθησης ήταν μια επιδεικτική απόδοση της μουσικής, όπως όταν δεξιοτεχνικές φράσεις εκτελούνταν πεντακάθαρα με μεγάλη ταχύτητα, στερούνταν όμως το τέλος τους, καθώς αυτό έσβηνε ανεξήγητα σαν να ξεθώριαζε. Αλλού πάλι, όπως στην αρχή του Κοντσέρτου, το όριο, αρχικό σε αυτή την περίπτωση, προσδιοριζόταν με σαφήνεια πέραν πάσης αμφιβολίας, καθώς οι συγχορδίες ή οι μεμονωμένες νότες ανακρούονταν με σφοδρότητα.

Δύσκολο να αποφανθεί κανείς εάν όλα αυτά προτείνονταν στο πλαίσιο ενός εκλεκτικισμού, καθώς δεν διαφαινόταν να διατρέχει την ερμηνεία εκείνη η συνέπεια που αποτελεί προϋπόθεση μιας κατασταλαγμένης πρότασης. Μοιάζει ως εάν η πιανίστρια να αναζητά ακόμη τον τρόπο να αξιοποιήσει τις εντυπωσιακές ευκολίες που διαθέτει προς ίδιον όφελος και προς όφελος της μουσικής.