ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ρ. Παπασπύρου: «Το ωραίο είναι η ζαριά»

1985: Η Ρένα Παπασπύρου την ώρα της δουλειάς. «Oταν μεγαλώνεις και βάζεις κάτω το τεφτέρι για να λογαριάσεις τα συν και τα πλην, είναι δύσκολα τα πράγματα», λέει σήμερα στην «Κ».

Ο μόνος τρόπος για να συνομιλήσουμε είναι το σταθερό τηλέφωνο, κλεισμένες κι οι δυο στα σπίτια μας. «Eχει πλάκα όμως αυτή η συνέντευξη που γίνεται έτσι, στον αέρα», λέει η Ρένα Παπασπύρου. Πολλές φορές στη διάρκεια της κουβέντας, για τον ένα ή τον άλλο λόγο –ξεχνάει ένα όνομα ή δεν τα καταφέρνει με την ψηφιακή τεχνολογία–, σχολιάζει την ηλικία της. «Εγινα 82 ετών την περασμένη εβδομάδα», λέει, και το αναφέρει εξηγώντας γιατί αποφάσισε να μην ανεβαίνει πλέον σε σκαλωσιές όταν κάνει αποτοιχίσεις. Κατά τα άλλα, τίποτε δεν μαρτυράει κόπωση, τουλάχιστον δημιουργική.

Αλλωστε, εξακολουθεί να θεωρεί αξεπέραστη τη φράση του Τζον Λένον: «Ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όταν εσύ είσαι απασχολημένος να κάνεις άλλα σχέδια», συνεπώς δια-τηρεί το χιούμορ της και την περιέργειά της.  Αυτή τη φορά, μέσα στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες του τελευταίου χρόνου, η καλλιτεχνική εργασία, που ποτέ δεν εγκαταλείπει, της πρόσφερε μια έκπληξη: το έργο «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη πλευρά», που καλώς εχόντων θα δούμε να εκτίθεται σύντομα σε θεωρητική ανάλυση και επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου και Γιώργου Τζιρτζιλάκη. 

«Αυτοί είναι δύο δρόμοι στο Παγκράτι», λέει σχολιάζοντας τον τίτλο. «Στην οδό Βρυάξιδος βρισκόταν η πόρτα του σπιτιού όπου δούλεψα: ένα μονώροφο της δεκαετίας του ’30, γωνιακό και ακατοίκητο επί χρόνια». Το έβλεπε στις βόλτες της στη γειτονιά και από εδώ ξεκίνησε το έργο, που με μια διακοπή δύο χρόνων, κατά την οποία η εικαστικός δούλεψε τη σειρά «Κλίμακες», ολοκληρώθηκε πριν από λίγο καιρό. «Μια μέρα, το 2016, κόλλησα μια κόλλα χαρτί Α4 σε έναν τοίχο του σπιτιού και την ξεκόλλησα για να δω αν βγαίνει κάτι», εξηγεί. «Ανακάλυψα λοιπόν για πρώτη φορά την πίσω όψη της αποτοίχισης, η οποία μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Πάντα, όταν βρισκόμαστε στην πόλη, βλέπουμε τις προσόψεις. Oμως, η αθέατη πίσω μεριά αυτών των επιφανειών εμπεριέχει όλες τις δράσεις που προϋπήρξαν. Ο,τι συνέβη στη διάρκεια των περίπου 70 χρόνων που έζησε αυτό το σπίτι αποτυπώνεται σε στρωματώσεις χρωμάτων, που η μια καλύπτει την άλλη».

Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη απόπειρα επέστρεψε στο σπίτι. Ηταν Ιανουάριος του 2020 και όλα έδειχναν ακόμη κανονικά. Η Ρένα Παπασπύρου δούλευε στην οδό Βρυάξιδος και ο σκηνοθέτης Γιώργος Κραβαρίτης, που κινηματογραφεί ένα ντοκιμαντέρ με θέμα το έργο της, την παρακολουθούσε με την κάμερα. «Μέχρι τότε υπήρχε μια ομαλή ροή δουλειάς», θυμάται η ίδια. «Οταν όμως “έσκασε” το lockdown, εγώ συνέχισα να βγαίνω στέλνοντας sms με το νούμερο 6 και να πηγαίνω καθημερινά –περίπου στις 2.30 το μεσημέρι, που δεν κυκλοφορούσε πολύς κόσμος– στο σπίτι. Κολλούσα και ξεκολλούσα το χαρτάκι μου, το οποίο ποτέ δεν ήταν πολύ μεγάλο –όπως με πήγαινε το χέρι, σε πιο μεγάλη ή πιο μικρή χειρονομία–, και ξαναγύριζα στο σπίτι μου. Υστερα, δεν ξέρω για ποιο λόγο, άρχισα να βάζω ημερομηνία στο κάθε κομμάτι. Σαν να έφτιαχνα ένα ημερολόγιο, σαν μια κλεψύδρα που μετρούσε τον χρόνο. Τα χρονολόγησα από την Κυριακή 8 Μαρτίου έως την Παρασκευή 15 Μαΐου. Αυτό που μου συνέβη επίσης για πρώτη φορά ήταν ότι, ενώ έως τώρα συνέλεγα ένα υλικό από την πόλη που η παρουσία του είχε ιδιαίτερη σημασία για εμένα –για το χρώμα, τη μορφή, για ό,τι ανακαλούσε στη μνήμη και ό,τι μπορούσα εγώ να προβάλω συνειρμικά επάνω του–, αυτή τη φορά στράφηκα στην αθέατη πίσω όψη».

r-papaspyroy-to-oraio-einai-i-zaria0
Film still από το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Κραβαρίτη με θέμα την εικαστικό.

Βυθίζοντας το φαρδύ μαχαίρι που χρησιμοποιεί στην επιφάνεια του τοίχου, άρχισε να αποκολλά στρωματώσεις που την οδηγούσαν στο παρελθόν του κτιρίου. Βρήκε κομμάτια με γκράφιτι σε χρώμα ασημί ή βιολέ, βρήκε τα προηγούμενα χρώματα της πρόσoψης: χοντροκόκκινο, ώχρα, γαλαζοπράσινο. «Τα χρώματα έχουν εισβάλει το ένα μέσα στο άλλο, είναι ένα εξαίσιο πεδίο προβολής φαντασιακών εικόνων», λέει. Βρήκε επίσης κομμάτια που είχαν επάνω σημειώσεις, αριθμούς τηλεφώνων, αποσπασματικές πληροφορίες, που βλέποντάς τες συστηματικά και μία μία συνέθεσαν μια νέα πραγματικότητα, αυτή του έργου τέχνης.
«Σκέφτηκα ότι το σύνολο αυτών των κομματιών, τοποθετημένα αυθαίρετα αλλά με μια μάλλον μορφολογική σειρά, μπορεί να συγκροτήσει έναν καινούργιο τοίχο», λέει η κ. Παπασπύρου. Ο τοίχος θα σχηματίζει γωνία και θα εισβάλλει σαν σφήνα μέσα στον εκθεσιακό χώρο. Το έργο «Βρυάξιδος 11 και Ασπασίας: Η άγνωστη πλευρά» έχει εμβαδόν περίπου 20 τετραγωνικά μέτρα και κανένα από τα κομμάτια των αποτοιχίσεων δεν ξεπερνάει τους 45 πόντους. Τα τελευταία τμήματα αποκολλήθηκαν από την καλλιτέχνιδα τον Ιούνιο, πριν φύγει για διακοπές. Oταν επέστρεψε στην Αθήνα, το σπίτι είχε γκρεμιστεί και στη θέση του βρισκόταν ένα άδειο οικόπεδο, μια αλάνα περιφραγμένη με σύρμα. 

Η περίοδος της καραντίνας

Εχει σημασία άραγε για εκείνη ότι όλη αυτή η δουλειά συμβαίνει σε περίοδο καραντίνας, τη ρωτάω, αφού ακόμη και τώρα με αυτό ασχολείται κάνοντας τα φινιρίσματα. «Τεράστια», απαντάει. «Ιδίως στην αρχή, ήταν ο σκοπός της ημέρας μου. Και πιστεύω ότι η ιδέα να χρονολογήσω το έργο ήταν επειδή υπήρξε βασικό στοιχείο στήριξης για το μυαλό και την ψυχή μου στη διάρκεια αυτής της δύσκολης εποχής. Δεν με πειράζει τόσο ο εγκλεισμός. Είναι ο κίνδυνος λόγω της ηλικίας που δημιουργεί το άγχος. Ξέρεις ότι περπατάς παράλληλα με τον ιό και ελπίζεις ότι θα περάσεις δίπλα του αντί να τον συναντήσεις».

Εξακολουθεί να την προκαλεί δημιουργικά ο αστικός χώρος, αναρωτιέμαι, γνωρίζοντας ότι άρχισε να δουλεύει με τα βασικά του στοιχεία –τον τοίχο, την άσφαλτο, το μέταλλο, το ξύλο και το χαρτί– από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. «Απολύτως. Αλλωστε αυτός είναι ο τρόπος μου να βλέπω το πεδίο του εικαστικού μου ενδιαφέροντος», λέει. «Είναι το τοπίο μου, ο κόσμος μου, η πραγματικότητά μου, την οποία αγγίζω, βλέπω, περπατώ όλα αυτά τα χρόνια. Και παρότι τόσο οικεία, μου πρόσφερε τώρα μια άλλη εκδοχή της: την όψη που δεν είχα δει ποτέ. Το να αποδεχθώ το άγνωστο, και να το χρησιμοποιήσω στο έργο μου, ήταν πρωτόγνωρο. Αυτό δεν το κάνεις όταν είσαι πολύ νέος, μόνον όταν γεράσεις». 

Πενήντα χρόνια δουλεύει πάνω στις ύλες της πόλης. «Τις ύλες, όχι τις μνήμες», παρατηρεί διευκρινιστικά. «Το ρομαντικό, νοσταλγικό στοιχείο της απερχόμενης πόλης δεν με γοήτευσε ποτέ. Ούτε με ενδιαφέρει το αρχαιολογικό ή το λαογραφικό στοιχείο της», σχολιάζει. Ωστόσο, έπειτα από μια τόσο μεγάλη πορεία, προσωπική ως καλλιτέχνις αλλά και διδακτική –καθηγήτρια στην ΑΣΚΤ από το 1981 και επί 13 χρόνια επικεφαλής του 3ου Εργαστηρίου Ζωγραφικής–, δεν κάνει αναπολήσεις και αποτιμήσεις του παρελθόντος; «Oταν μεγαλώνεις και βάζεις κάτω το τεφτέρι για να λογαριάσεις τα συν και τα πλην, είναι δύσκολα τα πράγματα. Για τη δική μου δουλειά βρίσκω λίγα συν και πολλά πλην, νιώθω πάντα μια ανασφάλεια. Για τη διδασκαλία είμαι λίγο πιο σίγουρη. Κρίνοντας από τα αποτελέσματα, από τα αγόρια και τα κορίτσια που τώρα δουλεύουν και ήταν παλιοί μαθητές μου, χαίρομαι που συνέβαλα λίγο στην αρχή της προσπάθειάς τους. Ηθελα να βοηθήσω ώστε κάθε παιδί να διατυπώσει τη θέση του απέναντι στην εικαστική πράξη».
Ηταν τότε πιο ευνοϊκές εποχές για τους καλλιτέχνες; τη ρωτάω. «Oπως στα δικά μου χρόνια, έτσι και τώρα ζούμε σε εποχές ελεύθερες, χωρίς περιοριστικούς κανόνες, που επιτρέπουν τις αναζητήσεις. Αυτό για εμένα σημαίνει ότι ζούμε σε υψηλές εποχές. Τι θα δημιουργήσει ο καθένας, κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Αλλά δεν έχει σημασία. Το ωραίο είναι η ζαριά».

Η γενιά του ’70

Η εικαστικός Ρένα Παπασπύρου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1938. Πιστή κάτοικος του Παγκρατίου, όπου βρισκόταν το πατρικό της σπίτι. Στην ίδια γειτονιά ζει, κινείται και εργάζεται –συχνά στον δρόμο– έως σήμερα. «Ξαναγυρίζω διαρκώς στα πράγματα με τα οποία ξεκίνησα. Ισως τα αντιμετωπίζω με διαφορετικό τρόπο, αλλά παραμένουν τα ίδια», λέει για το έργο της. Σπούδασε στο Παρίσι (Ecole des Beaux Arts) και από το 1993 έως το 2005 ήταν καθηγήτρια στην ΑΣΚΤ Αθήνας. Συλλέγει, αρχειοθετεί και επεξεργάζεται τα στοιχεία του τοπίου της πόλης από τη δεκαετία του 1970. Ανήκει σε μια γενιά Ελλήνων καλλιτεχνών –αυτή του 1970– που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διεύρυνση και στον εννοιολογικό εμπλουτισμό του εικαστικού λεξιλογίου.