ΒΙΒΛΙΟ

Νικηφόρες μάχες, εμφύλιες έριδες

'Ενας ιδανικός οδηγός για περαιτέρω μελέτη του 1821, καθώς τα άρθρα πραγματεύονται μια τεράστια γκάμα ζητημάτων

nikifores-maches-emfylies-erides-561316630

«1821. Η Επανάσταση των Ελλήνων» τιτλοφορείται ο συλλογικός τόμος που επιμελήθηκαν οι ιστορικοί Θάνος Βερέμης και Αντώνης Κλάψης και κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδανικός οδηγός για περαιτέρω μελέτη του 1821, καθώς τα άρθρα που συναπαρτίζουν τον τόμο πραγματεύονται μια τεράστια γκάμα ζητημάτων. Οπως σημειώνουν οι επιμελητές, «ο στόχος ήταν η συγκέντρωση ενός σώματος μελετημάτων, το οποίο να δίνει στον αναγνώστη, με τρόπο ευσύνοπτο, αλλά διεισδυτικό, το πανόραμα των εξελίξεων που σχετίζονται με την Ελληνική Επανάσταση, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα πτυχές που επιτρέπουν τη διεύρυνση του ορίζοντα της ανάλυσης. Η συμμετοχή στο εγχείρημα διακεκριμένων πανεπιστημιακών καθηγητών και έγκριτων ιστορικών ερευνητών υπηρετεί ακριβώς αυτή τη στοχοθεσία». Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα απόσπασμα από το κεφάλαιο «Ο στρατιωτικός αγώνας στην ξηρά, 1821-1824», που υπογράφει ο Δημήτρης Μαλέσης.

Προδημοσίευση

nikifores-maches-emfylies-erides0Στη Δυτική Στερεά, η μεγάλη απειλή για τους επαναστάτες άκουγε στο όνομα Μουσταής (Μουσταφά) πασάς της Σκόδρας, ο οποίος, ηγούμενος περίπου 10.000 Αλβανών και σε συνεργασία με τις δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη, εκστράτευσε εναντίον του Μεσολογγίου. Οι Ελληνες οπλαρχηγοί της περιοχής, Μακρής, Ισκος, Ράγκος κ.ά., αποφάσισαν να λάβουν επίκαιρες θέσεις για να ανακόψουν την πορεία των αντιπάλων, ενώ στην ίδια την πόλη του Μεσολογγίου ο Μάρκος Μπότσαρης συμφιλιώθηκε με τους Τζαβελλαίους. Στην κρίσιμη αυτή ώρα, ο Καραϊσκάκης, σοβαρά άρρωστος, αποσύρθηκε στο μοναστήρι του Προυσού για νοσηλεία. Οταν οι δυνάμεις του Μουσταή πασά στρατοπέδευσαν στο Κεφαλόβρυσο, κοντά στο Καρπενήσι, ο Μπότσαρης αποφάσισε βάσει σχεδίου να επιτεθεί τη νύχτα της 8ης προς την 9η Αυγούστου, εισχωρώντας στο κέντρο του εχθρικού στρατοπέδου. Ο Μπότσαρης με τους 450 Σουλιώτες αιφνιδίασε τον αντίπαλο, προκαλώντας μεγάλες απώλειες. Ο ίδιος όμως έπεσε ηρωικά μαχόμενος και έτσι η Επανάσταση στερήθηκε έναν ικανότατο στρατιωτικό ηγέτη. Η μάχη στο Κεφαλόβρυσο, ίσως η σημαντικότερη του 1823, τερματίστηκε με συντεταγμένη υποχώρηση των Ελλήνων και αφού προηγουμένως είχαν καταφέρει μεγάλο πλήγμα στον εχθρό. Ο Σουλιώτης ήρωας κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές στο Μεσολόγγι την επόμενη ημέρα.

Ακολούθησε η μάχη στην Καλιακούδα, όπου ο στρατός του Μουσταή πασά κατάφερε να κυκλώσει τις ελληνικές δυνάμεις και να επικρατήσει μετά από σφοδρή μάχη σώμα με σώμα. Η εκπόρθηση, ωστόσο, του Μεσολογγίου ήταν αδύνατη. Η πόλη, οχυρωμένη καλά, άντεξε στις αλλεπάλληλες επιθέσεις των ενωμένων τουρκαλβανικών δυνάμεων υπό τον Μουσταή και τον Ομέρ Βρυώνη. Αν συνυπολογίσουμε τις απώλειες των τουρκικών δυνάμεων, λόγω του ανθυγιεινού κλίματος της περιοχής, κατανοούμε γιατί στα μέσα Νοεμβρίου του 1823 εγκαταλείφθηκε κάθε προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.

Οι μεγάλες τουρκικές προσδοκίες από την εκστρατεία στη Δυτική Στερεά είχαν διαψευστεί.

Το 1824 όμως σημαδεύεται κυρίως από τις εμφύλιες έριδες, οι οποίες υπέβοσκαν από τα τέλη του 1823 και στη συνέχεια θα εκδηλωθούν με οξύτητα. Από τη μια πλευρά ήταν οι σημαντικότεροι στρατιωτικοί της Πελοποννήσου, με προεξάρχοντα τον Κολοκοτρώνη, και από την άλλη οι πολιτικοί, με πρωταγωνιστή τον Μαυροκορδάτο. Οι Ρουμελιώτες, κατά κύριο λόγο, θα στοιχηθούν πίσω από τον Κωλέττη και θα συμμετάσχουν ενεργά στις διαμάχες σε δεύτερη φάση. Αυτές οι εμφύλιες διαμάχες θα δοκιμάσουν σκληρά τις αντοχές της Επανάστασης και θα θέσουν σε κίνδυνο την έκβαση του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

Χαρακτηριστικές από την άποψη αυτή ήταν δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις: η μία στην Πελοπόννησο και η άλλη στην Εύβοια. Συγκεκριμένα, μετά από ανεπιτυχή τριετή πολιορκία, οι Ελληνες της Κορώνης αποφάσισαν να καταλάβουν το κάστρο με έφοδο. Αφού καταστρώθηκε το σχέδιο, ξεκίνησε η υλοποίησή του στις 13 Φεβρουαρίου 1824, πλην όμως οι προσωπικές και πολιτικές διαμάχες δεν απέδωσαν κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Η αντιδικία των Κορωναίων με τους Μανιάτες και την οικογένεια Μαυρομιχάλη δεν επέτρεψε την κοινή δράση και τον συντονισμό. Το όλο εγχείρημα στοίχησε τη ζωή σε μεγάλο αριθμό Ελλήνων πολιορκητών, οι οποίοι είχαν εγκλωβιστεί μέσα στο φρούριο μετά την παράτολμη έφοδό τους.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο Ανδρούτσος, με 3.000 άνδρες που κατάφερε να στρατολογήσει και με τη συνδρομή των ψαριανών πολεμικών πλοίων, ξεκίνησε τον Νοέμβριο την πολιορκία της Χαλκίδας. Ο κίνδυνος για την τουρκική πλευρά και την εκπόρθηση του φρουρίου ήταν ορατός όσο ποτέ άλλοτε, πλην όμως οι αλλεπάλληλες εκκλήσεις του Ανδρούτσου και των Ψαριανών προς την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη για αποστολή βοήθειας σε τρόφιμα και πυρπολικά, πριν καταπλεύσει ο τουρκικός στόλος, δεν εισακούστηκαν. Είτε διότι ο Κωλέττης, λόγω της αντιπαλότητάς του με τον Ανδρούτσο, ματαίωσε οποιαδήποτε αποστολή βοήθειας, είτε διότι η κυβέρνηση σε εκείνη τη φάση ήταν απασχολημένη με το δάνειο από τη Βρετανία και κατατριβόταν με τις εμφύλιες διενέξεις, η ουσία ήταν ότι τον Απρίλιο του 1824 η πολιορκία λύθηκε και το ελληνικό στρατόπεδο διαλύθηκε. Την ίδια τύχη είχε και η πολιορκία της Καρύστου από τους άνδρες του Νικολάου Κριεζώτη, κάτι που σήμαινε ότι ο επαναστατικός Αγώνας στην Εύβοια το 1824 τερματιζόταν, με πολλαπλές αρνητικές συνέπειες για την τύχη ολόκληρης της Ανατολικής Στερεάς.

Στη Δυτική Ελλάδα, πάντως, οι στρατιωτικές εξελίξεις ήταν καλύτερες για τους επαναστάτες. Υπό την ηγεσία των οπλαρχηγών Τσόγκα, Ράγκου και Στορνάρη σημειώθηκε σημαντική νίκη στη Σκουληκαριά της Αρτας, τον Ιούνιο του 1824. Αμέσως μετά ακολούθησε νέα ελληνική νίκη στον Ξοδάκτυλο, όταν περίπου 700 στρατιώτες, υπό τις οδηγίες του Τσόγκα, κατανίκησαν τετραπλάσιες αντίπαλες δυνάμεις.

Αλλά το 1824 ήταν έτος καμπής για την Ελληνική Επανάσταση και λόγω της σύμπραξης του σουλτάνου με τον βαλή της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλή πασά. Η συμφωνία αυτή υποχρέωσε την κυβέρνηση να οργανώσει την άμυνα στην Πελοπόννησο, με τη συγκρότηση τριών βασικών στρατοπέδων: στη Μεσσηνία, στην Αχαΐα και στην Ηλεία, με περίπου 3.500 άνδρες το καθένα. Ο επαπειλούμενος κίνδυνος από τη διαφαινόμενη επέλαση της στρατιάς του ικανότατου Αιγύπτιου Ιμπραήμ πασά δεν φάνηκε πάντως ικανός να προκαλέσει το αναγκαίο πνεύμα ομοψυχίας στην ελληνική ηγεσία. 

Αρχικά, τα στρατόπεδα δεν είχαν την υλική βοήθεια από την κυβέρνηση, μολονότι μόλις είχαν συναφθεί τα δάνεια από τη Βρετανία. Επιπλέον, οι ελληνικές ηγεσίες αναλώνονταν σε ελιγμούς, προκειμένου να διατηρήσουν τον πολιτικό έλεγχο. Για παράδειγμα, η πολιορκία των Τούρκων στην πόλη των Πατρών έπεσε θύμα των εσωτερικών ανταγωνισμών μεταξύ των Ελλήνων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών, καθώς η ανάθεση της αρχηγίας στον Ανδρέα Λόντο δεν γινόταν αποδεκτή από άλλους, ενώ ο διορισμός του Δημητρίου Πλαπούτα ως συναρχηγού σήμανε την οριστική λύση της πολιορκίας. Αμέσως μετά, ανενόχλητοι οι Τούρκοι επέδραμαν στη Γαστούνη, την οποία και λεηλάτησαν. Μέσα σε αυτό το διχαστικό κλίμα ο Ιμπραήμ τον επόμενο χρόνο θα σπείρει τον πανικό στην Πελοπόννησο, δημιουργώντας οριακές καταστάσεις για την τύχη της Επανάστασης.

Το 1824, πάντως, σημειώνονται στρατιωτικές επιτυχίες στην Ανατολική Ελλάδα (…) η οποία παρέμενε υπό τον έλεγχο των Ελλήνων καθ’ όλη τη διάρκεια του 1824. Ωστόσο, ο Αγώνας θα συνεχιστεί με δριμύτητα τον επόμενο χρόνο.