ΒΙΒΛΙΟ

Το ξαναρχίνισμα της ζωής

to-xanarchinisma-tis-zois-561389650

Οταν οι αδελφοί Νταρντέν γύριζαν την «Υπόσχεση» (1996) πέθανε ο Εμμανουήλ Λεβινάς (25.12.1995). Ο Λυκ Νταρντέν σημειώνει τα εξής στο σημειωματάριό του (19.1.1996): «Ο Εμμανουήλ Λεβινάς πέθανε κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Η ταινία χρωστάει πολλά στο διάβασμα των βιβλίων του. Η ερμηνεία τού πρόσωπο προς πρόσωπο. Του προσώπου ως πρώτου λόγου. […] Ολη η ταινία μπορεί να ιδωθεί ως απόπειρα να φτάσουμε επιτέλους στο πρόσωπο προς πρόσωπο» (Luc Dardenne, «Au dos de nos images, 1991-2005», Seuil, 2005, και Points, 2008, σ. 56). Το βιβλίο αυτό του Λυκ, του φιλοσόφου της δυάδας, το οποίο περιέχει και τρία σενάρια  («Ο γιος», «Το παιδί», «Η σιωπή της Λόρνας»), και ο ομότιτλος δεύτερος τόμος, για τα χρόνια 2005-2014 (Seuil, 2015), που περιέχει δύο ακόμη σενάρια («Το παιδί με το ποδήλατο» και «Δύο μέρες, μία νύχτα»), αποτελούν την καλύτερη εισαγωγή στο έργο των δύο αδελφών, που κάνουν, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο σινεμά αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη. Τα βιβλία τα γράφει ο Λυκ, αλλά με δυο χέρια, το δικό του και του αδελφού του, του Ζαν-Πιέρ (σ. 24). 

Δεν είναι όμως μόνο η «Υπόσχεση» που χρωστάει πολλά στον Λεβινάς, είναι συνολικά το έργο των Νταρντέν. Για παράδειγμα, όταν ο Λυκ τέλειωσε την πρώτη γραφή του σεναρίου για τον αριστουργηματικό «Γιο», είχε αμφιβολίες για την τελευταία σκηνή. Σημειώνει λοιπόν στο σημειωματάριό του μια φράση του Λεβινάς από το βιβλίο του «Difficile liberté»: «Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να υποκαταστήσει το θύμα. Ο κόσμος στον οποίο η συγχώρηση είναι παντοδύναμη είναι απάνθρωπος» (σ. 116). Ναι, αλλά ένας κόσμος από τον οποίο η συγχώρηση απουσιάζει ολότελα τι είναι άραγε; Είναι όμως όλα συγχωρήσιμα; Δικαιούται ο Ολιβιέ να συγχωρήσει τον μικρό Φρανσίς, που έχει σκοτώσει τον γιο του; Μήπως αυτή η συγχωρητικότητα αποτελεί έκφραση αλαζονείας, που σε κάνει να αισθάνεσαι σαν παντοδύναμος Θεός, όπως προσάπτει στον Ολιβιέ η πρώην γυναίκα του και μάνα του γιου του (σ. 124); Ο Λυκ Νταρντέν πιστεύει ότι πράγματι η συγχώρηση δεν πρέπει να είναι παντοδύναμη, δεν μπορεί όμως και να μην υπάρχει. Σημειώνει: «Η συγχώρηση δεν πρέπει να είναι παντοδύναμη ανάμεσα στον Φρανσίς και τον Ολιβιέ. Δεν πρόκειται για τη συγχώρηση αλλά για την αδυνατότητα του φόνου. Πώς να μη δεις όμως την ίδια στιγμή σε αυτή την αδυνατότητα και μια συγχώρηση; Δεν ξέρουμε πώς θα είναι το τέλος της ταινίας, αλλά δεν πρέπει να πέσουμε σε μια συμφιλίωση όπου δεν θα απέμενε τίποτε ασυγχώρητο. Ο Ολιβιέ δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τον γιο του. Το ζήτημα της ταινίας είναι ο πατέρας και όχι η συγχώρηση. Ο Ολιβιέ, μη φονεύοντας τον Φρανσίς, είναι ο πατέρας που θα επιτρέψει ίσως στον Φρανσίς να επανασυνδεθεί με τη ζωή» (σ. 116). 

Το σενάριο θα γραφτεί οκτώ φορές (σ. 122), αλλά η αποφασιστική τελευταία σκηνή της ταινίας θα αλλάξει ξανά στο γύρισμα, έχοντας πια ωριμάσει από τα γυρίσματα που προηγήθηκαν. Ο Ολιβιέ δεν θα σκοτώσει τελικά τον Φρανσίς, θα φτάσει πολύ κοντά στον φόνο, μα δεν θα τον διαπράξει. Η τελευταία σκηνή, όπου συνεργάζονται οι δυο τους για την ασφαλή μεταφορά του φορτίου της ξυλείας, είναι απολύτως μια σκηνή συγχώρησης. Οχι εύκολης όμως συγχώρησης: έχει προηγηθεί η ομολογία του φόνου από τον Φρανσίς, ο οποίος τότε μόνο θα μάθει ότι το παιδί που σκότωσε ήταν ο γιος του Ολιβιέ, ακολούθησε η επιθυμία και η απόπειρα του Ολιβιέ να τον σκοτώσει στραγγαλίζοντάς τον, όπως δηλαδή σκότωσε και εκείνος τον γιο του, και τελικά η κατανίκηση του πειρασμού του φόνου. Ο Ολιβιέ δεν θα σκοτώσει τον Φρανσίς γιατί, καθώς τον έχει ριγμένο κάτω και κάθεται πάνω του, με τα χέρια στον λαιμό, βλέπει το πρόσωπό του από κοντά, πάνω στο οποίο είναι γραμμένο, όπως και σε κάθε γυμνό ανθρώπινο πρόσωπο, το «ου φονεύσεις». Ξαναρχίζουν μαζί τη δουλειά. Αυτό ακριβώς είναι η συγχώρηση: η δυνατότητα για το ξαναρχίνισμα της ζωής. Μπορούμε να μιλήσουμε ακόμη και για υιοθεσία: «Θέλαμε να τιτλοφορήσουμε την ταινία “Η δοκιμασία”, σκεπτόμενοι τη δοκιμασία του Αβραάμ. Το τέλος της ταινίας που γυρίσαμε μας ξανάφερε σε αυτή. Αυτή ίσως καθοδήγησε όλη την ταινία, εξαρχής, από το γράψιμο. Ο Αβραάμ δεν σκοτώνει τον Ισαάκ. Ο Ολιβιέ δεν σκοτώνει τον Φρανσίς. Ο Ολιβιέ γίνεται ο “πατέρας”, ο Φρανσίς γίνεται ο “γιος”, και το σκοινί μπορεί τότε να χρειαστεί για να δέσουν τις σανίδες, όπως χρειάστηκε στον Αβραάμ για να δέσει το αρνί» (σ. 128).  

Εγραψα τούτα τα λίγα λόγια για τους αδελφούς Νταρντέν και τον «Γιο» όχι γιατί είχα σκοπό να αναλύσω την ταινία –που χρειάζεται πολύ περισσότερα–, αλλά για να χαιρετίσω και εγώ με αυτό τον τρόπο το άνοιγμα επιτέλους των κινηματογράφων, το ξαναρχίνισμά τους. Θα συνεχίσουμε αναμφίβολα να βλέπουμε ταινίες στην οθόνη του υπολογιστή μας ή της τηλεόρασης –ελπίζω όχι στην οθόνη του κινητού–, αλλά η αίθουσα έχει κάτι αναντικατάστατο, και όχι μόνο για την ποιότητα της εικόνας ή του ήχου. Με όλες τούτες τις πλατφόρμες που έχουν ξεφυτρώσει, οι αίθουσες, δηλαδή το να βλέπεις μια ταινία μαζί με άλλους ανθρώπους, κινδυνεύουν. Κινδυνεύουν από καιρό, η πανδημία επιτάχυνε απλώς τα πράγματα. Πρέπει να τις προφυλάξουμε. Γιατί τι σημαίνει τελικά να βλέπεις μια ταινία; Σημαίνει, όπως εξήγησε θαυμάσια ο Λυκ Νταρντέν: «Να βγεις από την κινηματογραφική αίθουσα καταλαγιασμένος, γιατρεμένος… καθαρό συναίσθημα ότι είσαι άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους. Αργότερα, η ανάμνηση αυτής της στιγμής ως στιγμής ευτυχίας» (σ. 15).